Οι αποδοκιμασίες του Αυγούστου είναι πλέον ελληνική παράδοση
Μια εμφάνιση που δεν θα ενθουσιάσει και η εξέδρα περνάει από την προσμονή στην αμφισβήτηση με ταχύτητα που "σκάνε" οι ειδοποιήσεις στο κινητό μας.
Ο Αύγουστος στην Ελλάδα έχει δύο σταθερές, τον καύσωνα και τις υπερβολές. Και αν ο πρώτος είναι φυσικό φαινόμενο, οι δεύτερες είναι καθαρά ποδοσφαιρικό προϊόν.
Ο Παναθηναϊκός έμεινε μακριά από τη νίκη τόσο απέναντι στην Πάκσι όσο και απέναντι στην ΤΣΣΚΑ 1948, ο Ολυμπιακός δεν κατάφερε να λυγίσει τη Ναϊμέγκεν στο "Γ. Καραϊσκάκης" και στις δύο περιπτώσεις το φινάλε συνοδεύτηκε από γιούχα. Όχι επειδή οι ελληνικές ομάδες ηττήθηκαν -διότι δεν έχασαν- αλλά επειδή δεν έπεισαν. Δεν έδωσαν την αίσθηση ότι καθάρισαν την πρόκριση από το πρώτο παιχνίδι, δεν πρόσφεραν την εικόνα που ο κόσμος περίμενε μετά τις καλοκαιρινές μεταγραφές, τα μεγάλα λόγια και την αισιοδοξία των προηγούμενων εβδομάδων.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: «Βραχυκύκλωσε» και τώρα όλα για όλα στη Βουλγαρία
Στην Ελλάδα έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε κάθε ευρωπαϊκό παιχνίδι σαν τελικό και κάθε κακό αποτέλεσμα σαν προάγγελο καταστροφής. Η λογική του "αν δεν κέρδισες σήμερα, κάτι πάει πολύ λάθος" έχει γίνει σχεδόν δεύτερη φύση. Μόνο που το ποδόσφαιρο -ειδικά στις αρχές της σεζόν- λειτουργεί διαφορετικά και ο ποδοσφαιρικός Παναθηναϊκός είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Άλλαξε προπονητή και φιλοσοφία, έφερε αρκετά νέα πρόσωπα και αποφάσισε να επενδύσει σε έναν νέο άνθρωπο στον πάγκο. Όταν ανακοινώθηκε ο Νίστρουπ, αρκετοί μίλησαν για μια νέα εποχή, για ένα σύγχρονο μοντέλο ποδοσφαίρου και για μια ομάδα που θα αποκτήσει ξεκάθαρη αγωνιστική ταυτότητα, κάτι άλλωστε που επικοινωνήθηκε έντονα κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας και τα φιλικά του Ιουλίου.
Αυτό όμως δεν γίνεται με το πάτημα ενός κουμπιού. Οι αυτοματισμοί, οι αποστάσεις, οι ρόλοι και η φιλοσοφία χρειάζονται εβδομάδες -μερικές φορές και μήνες- μέχρι να γίνουν δεύτερη φύση κι όμως, πριν καλά-καλά ολοκληρωθεί ο πρώτος μήνας της δουλειάς, ήδη ξεκίνησαν οι γνωστές ελληνικές κουβέντες. Θα αντέξει; Θα βγάλει παρέλαση; Θα κάνει Δεκαπενταύγουστο στην Ελλάδα ή θα αρχίσουν από νωρίς τα σενάρια διαδοχής; Μιλάμε για την ίδια χώρα που πριν από λίγες εβδομάδες μιλούσε για τον άνθρωπο που θα αλλάξει τον Παναθηναϊκό.
Προφανώς, ο Νίστρουπ θα κριθεί, όπως κρίνονται όλοι και φυσικά, αν αποκλειστεί από την ΤΣΣΚΑ, η πίεση θα εκτοξευθεί. Είναι το τίμημα του να κάθεσαι στον πάγκο ενός μεγάλου ελληνικού συλλόγου που έχει ξεχάσει πώς είναι το χρώμα του τροπαίου. Αλλά ίσως αξίζει να θυμηθούμε κάτι, ο Ντιέγκο Αλόνσο, ένας προπονητής που τελικά δεν μακροημέρευσε στο "τριφύλλι", είχε καταφέρει να αποκλείσει τη Λανς και να χαρίσει στον Παναθηναϊκό μία από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές προκρίσεις των τελευταίων χρόνων. Μπορεί να πει κανείς ότι ήταν επιτυχημένος; Μην τρελαθούμε, απλώς το ποδόσφαιρο δεν είναι τόσο γραμμικό όσο συχνά πιστεύουμε.
Στον Ολυμπιακό πάλι, τα πράγματα μοιάζουν πιο ήρεμα, αλλά μόνο επιφανειακά. Ο Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη της διοίκησης και κάτι πολύ πιο δύσκολο, που είναι η αγάπη της εξέδρας. Έχει δημιουργήσει σημαντικό κεφάλαιο μετά τις επιτυχίες του και δύσκολα αμφισβητείται με την ίδια ευκολία που συμβαίνει αλλού. Μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι η κατάκτηση του Conference League ήρθε με τη δική του καθοδήγηση, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι είναι και άτρωτος.
Το Champions League αποτελεί στρατηγικό στόχο, οικονομικά και αγωνιστικά και αν ο Ολυμπιακός δεν καταφέρει να ξεπεράσει τη Ναϊμέγκεν, η συζήτηση θα ανοίξει αναπόφευκτα. Ίσως όχι με την ίδια ένταση, αλλά θα ανοίξει. Γιατί στην Ελλάδα το ποδόσφαιρο έχει μια παράξενη ιδιότητα. Η πίστωση χρόνου τελειώνει πάντα πολύ πιο γρήγορα απ' όσο υπολογίζαμε.
Και κάπου εδώ έρχεται ο ρόλος της εξέδρας
Οι μεγάλες ευρωπαϊκές βραδιές χτίστηκαν διαχρονικά πάνω στην πίεση που ασκεί ο κόσμος στον αντίπαλο, όχι στη δική του ομάδα. Όταν το πρώτο άγχος μεταφέρεται στους ποδοσφαιριστές που ακόμα προσπαθούν να βρουν χημεία, όταν κάθε λάθος συνοδεύεται από μουρμούρα και κάθε στραβή πάσα από ειρωνικά χειροκροτήματα, δύσκολα δημιουργείται το περιβάλλον που χρειάζεται μια ομάδα για να εξελιχθεί.
Δεν σημαίνει ότι ο κόσμος δεν δικαιούται να διαμαρτυρηθεί, ούτε ότι πρέπει να χειροκροτεί κάθε κακή εμφάνιση, απλώς υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην απαίτηση και στην ανυπομονησία.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα του ελληνικού ποδοσφαίρου. Δεν είναι ότι λείπει το ταλέντο, τα χρήματα ή οι φιλοδοξίες, αλλά ότι συνεχίζουμε να απαιτούμε αποτελέσματα πριν ολοκληρωθεί καν η διαδικασία που θα μπορούσε να τα φέρει.
Τι θέλουμε τελικά; Να χτίσουμε ομάδες ή να αλλάζουμε αφήγημα κάθε δεύτερη Πέμπτη του Αυγούστου; Κι όμως, αν υπάρχει μια περίοδος της σεζόν που απαιτεί ψυχραιμία, είναι ακριβώς αυτή.