Το ελληνικό μπάσκετ και ο κύκλος των χαμένων… πρωταγωνιστών

Στη GBL από τη σεζόν 2027-2028 αναμένεται να αγωνίζονται 7 ξένοι σε κάθε ομάδα και ο Δημήτρης Χατζηγεωργίου αναλύει τα δεδομένα αναφορικά με την ελληνική «παραγωγή» νέων παικτών.   

Δημήτρης Χατζηγεωργίου
Το ελληνικό μπάσκετ και ο κύκλος των χαμένων… πρωταγωνιστών

Όχι. Μπορεί ο τίτλος να είναι μια …πειραγμένη απόδοση του τίτλου της αριστουργηματικής ταινίας του Πίτερ Γουίαρ, “Ο κύκλος των χαμένων ποιητών”, αλλά δεν χρησιμοποιείται μόνο για αυτό.

Θυμίζω πως στην ταινία το σύστημα στην Welton Academy επέβαλε την αποστήθιση και τον κομφορμισμό, αποθαρρύνοντας την πρωτοβουλία.

Νιώθω, υπό μια έννοια, πως και το ελληνικό μπάσκετ έχει δημιουργήσει —αλληγορικά μιλώντας— το δικό του παρεμφερές πλαίσιο, στα δικά του “παραγωγικά” προϊόντα. Δηλαδή, Έλληνες παίκτες-γρανάζια, απαραίτητους ενδεχομένως και σίγουρα συντονισμένους στο τακτικό πλάνο της ομάδας, προορισμένους, όμως, για προκαθορισμένους ρόλους και χωρίς ενθάρρυνση της ελευθερίας της μπασκετικής έκφρασης.

Όμως εδώ, η λέξη-κλειδί είναι ο “πρωταγωνιστής”.

Και για να συνεχίσουμε αλληγορικά…

Γιατί ακόμα και σήμερα το τηλεοπτικό πρόγραμμα είναι γεμάτο από ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου που —ευχαρίστως— βλέπουμε και ξαναβλέπουμε; Μα γιατί μας έλκουν διαχρονικά οι φωτοβόλοι, ταλαντούχοι και αυθεντικά μοναδικοί πρωταγωνιστές του.

Οι Πρωταγωνιστές είναι η αιτία

Άλλωστε, πότε ήταν που το ελληνικό μπάσκετ ξέφυγε από το μονόστηλο στις πίσω σελίδες —τότε— των εφημερίδων και έγινε πρωτοσέλιδο και σημείο υπερήφανης αναφοράς;

Μα, όταν απέκτησε πρωταγωνιστές-σημεία αναφοράς, όταν ο Γκάλης, ο Γιαννάκης, ο Φασούλας, ο Χριστοδούλου, έφεραν επιτυχίες οδηγώντας σε sold out και υψηλές τηλεθεάσεις.

Για να πάρει στη συνέχεια τη σκυτάλη η επόμενη χρυσή γενιά του Διαμαντίδη, του Σπανούλη, του Παπαλουκά και των συνοδοιπόρων τους, που μαζί με ισοϋψείς προπονητές και μεγάλους παράγοντες, σταθεροποίησαν στα ψηλά του παγκόσμιου μπάσκετ το ελληνικό status του σπορ.

Για θυμηθείτε —ή για ψάξτε— σε ποιες ομάδες έπαιζαν εκείνοι οι παίκτες και τι (πρωταγωνιστικό) ρόλο είχαν σε καθεμία από αυτές.

Και ως …κερασάκι απόδειξης στην τούρτα της σχέσης των γαλανόλευκων αγωνιστικών επιτυχιών με την ύπαρξη “φυσιογνωμιών” και προσωπικοτήτων του ελληνικού μπάσκετ, υπολογίστε και το περσινό Ευρωμπάσκετ με τη συναστρία του μέγκα-σταρ του NBA, Γιάννη Αντετοκούνμπο, με πρωταγωνιστές της Ευρωλίγκας, Σλούκα, Ντόρσεϊ, Παπανικολάου. Αυτή η σύζευξη “μπασκετικών” πλανητών ήταν που τελικά οδήγησε στο βάθρο μετά από δεκαέξι χρόνια.

Κάν’ το όπως η Εθνική Ομάδα

Αφορμή για αυτές τις σκέψεις, τώρα που έκατσε η σκόνη και αφού περάσαμε ένα δύσκολο “εθνικό” καλοκαίρι, είναι ο νικηφόρος αγώνας της Εθνικής Ομάδας Μπάσκετ με την Ισπανία στο Telekom Center, ύστερα από τρεις συνεχόμενες ήττες στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Και, μάλιστα, από αντιπάλους σαφώς κατώτερους από τους Ισπανούς.

Και ποια ήταν, επί της ουσίας, η ειδοποιός διαφορά; Long story short, το γεγονός πώς βρέθηκαν δύο (συν ένας) διεθνείς να βάλουν τη μπάλα στο καλάθι και να δημιουργήσουν, σε ελίτ επίπεδο, βγαίνοντας μπροστά σε αυτόν τον must win αγώνα.

Αν, λοιπόν, πριν από μερικά βράδια στο ΟΑΚΑ, ο Μήτογλου, ο Ντόρσεϊ και ο Καλάθης δεν σκόραραν και δεν πάσαραν …κατά ριπάς, καμμιά άμυνα, κανένα σύστημα και κανένα περιβάλλον δε θα μας είχε οδηγήσει στη νίκη.

Στην πραγματικότητα, η Εθνική Ομάδα, ως τελικός καθρέφτης και …εθνικό ταμείο του οικοσυστήματος του ελληνικού μπάσκετ, έδειξε πολύ απλά και κατανοητά σε ένα μόνο παιχνίδι τα ζητήματα, τα γιατί, τα πρέπει και το δρόμο για το συγκεκριμένο σπορ, στη σύγχρονη εποχή.

Τόσο απλά, όσο οι 29 πόντοι του Μήτογλου και του Ντόρσεϊ, τόσο κατανοητά όσο οι οκτώ ασίστ του Καλάθη.

Μπάσκετ, το παιχνίδι των πρωταγωνιστών

Να (ξανά)ξεκινήσουμε εδώ με μια στατιστική πραγματικότητα. Σε αντίθεση με το ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ ένας πρωταγωνιστής μπορεί να ελέγχει άνω του 30% των κατοχών (Usage Rate) της ομάδας του, όσο βρίσκεται στο παρκέ.

Επίσης, επειδή το μπάσκετ παίζεται πέντε εναντίον πέντε, η ατομική ανωτερότητα του ενός, επηρεάζει σε υψηλότερο ποσοστό τη συνολική απόδοση μιας ομάδας, σε σχέση με το ποδόσφαιρο.

Επίσης…

Στα τελευταία λεπτά των αγώνων που κρίνονται σε οριακές διαφορές (crunch time), η τακτική αποτελεσματικότητα των οργανωμένων συστημάτων πέφτει κατακόρυφα.

Με βάση τα στατιστικά δεδομένα, σε ποσοστό άνω του 70% των νικητήριων σουτ στην ιστορία των FF της Euroleague, η εκτέλεση προήλθε από καταστάσεις isolation (1vs1) ή hero pick & roll — δηλαδή από προσωπική πρωτοβουλία και απόφαση του παίκτη και όχι από εκτέλεση κάποιου set play.

Και κάτι ακόμα…

Με βάση τη θεωρία των Anderson & Sally για τα sports analytics, που ανέδειξε ο Malcolm Gladwell, το μπάσκετ θεωρείται το κατεξοχήν Strong-Link game (ή αν προτιμάτε, ο “the best player on the floor rule”). Τα στατιστικά μοντέλα αποδεικνύουν πως η παρουσία ενός κορυφαίου παίκτη στο παρκέ επηρεάζει δυσανάλογα το τελικό αποτέλεσμα, σε σχέση με αθλήματα Weak-Link, όπως το ποδόσφαιρο, όπου το αποτέλεσμα καθορίζεται συχνότερα από τον αδύναμο κρίκο.

Βιομηχανία Τακτικής vs Βιομηχανίας Αυτοπεποίθησης

Στα πιθανά ερωτήματα για τον αριθμό ξένων και γηγενών παικτών στα εγχώρια και διεθνή πρωταθλήματα ή για τον αν οι ελίτ ομάδες πρέπει να στηρίζουν την εθνική παραγωγική διαδικασία, θα πρέπει —ρεαλιστικά— να συνειδητοποιήσουμε πως το πλαίσιο του πρωταθλητισμού είναι κάτι τελείως διαφορετικό από το πλαίσιο του αναπτυξιακού προγράμματος, ενώ —η ταπεινή μου γνώμη είναι πως — ένα blame game είναι πάντα αντιπαραγωγικό και συνήθως παρελκυστικό.

Προσωπικά —και ως απάντηση σε όλα αυτά — μου έρχονται στο μυαλό δύο επιτυχημένα μοντέλα παραγωγής παικτών-πρωταγωνιστών του τότε και του τώρα.

Από τα Igrališta …στα Banlieues

Ή σε απλά Ελληνικά, από τα ανοιχτά γηπεδάκια της Γιουγκοσλαβίας των περασμένων δεκαετιών, στα terrains de playgrounds των γαλλικών προαστίων, εκεί όπου η κουλτούρα του δρόμου και η απουσία τακτικών σκοπιμοτήτων οδηγούσε —και οδηγεί— στην ανάπτυξη ατομικών δεξιοτήτων και στη λήψη αποφάσεων, ανάμεσα στα άλλα.

Η χώρα-οδηγός στα ηνία του παγκόσμιου —εκτός NBA— μπάσκετ έχει αποχωρήσει, πια, από την πρωτοκαθεδρία, αλλά η πρώην Γιουγκοσλαβία αποτελεί το απόλυτο ιστορικό παράδειγμα για το “τότε”. Αναφερόμαστε στη μεγάλη των “πλάβι” σχολή που δημιούργησε για δεκαετίες το πιο επιτυχημένο εργαστήριο παραγωγής ηγετών και πρωταγωνιστών στην ιστορία του ευρωπαϊκού μπάσκετ.

Ένα εργαστήριο που εξελίχθηκε σε βαριά βιομηχανία, με τα πρώτα βήματα να ξεκινούν για τους εκκολαπτόμενους μπασκετμπολίστες στα ανοιχτά γηπεδάκια, εκεί όπου έχτισαν τον αθλητικό τους χαρακτήρα σε ένα μη δομημένο περιβάλλον προσωπικής επιβίωσης, για να συνεχίσουν αργότερα και στις ομάδες τους την καλλιέργεια της ατομικής πρωτοβουλίας και της μπασκετικής “θρασύτητας”.

Από την πλευρά της, τώρα, η Γαλλία αποτελεί το αδιαμφισβήτητο σύγχρονο παράδειγμα.

Αυτή τη στιγμή, η σκληρή και ανταγωνιστική μπασκετική κουλτούρα των προαστίων με την ακατέργαστη αυτοπεποίθηση του streetball, αλλά και το κρατικά δομημένο πρόγραμμα αθλητικής αριστείας με την ολιστική εκπαίδευση του INSEP, έχουν μετατρέψει το γαλλικό μπασκετικό οικοσύστημα σε ένα παγκόσμιο σιτοβολώνα παραγωγής ελίτ Γάλλων παικτών, που εξασφαλίζουν υψηλά συμβόλαια και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Τόσο σε αυτό το μπασκετικά πρώιμο στάδιο, όσο και και στο επόμενο επαγγελματικό, το γαλλικό μπάσκετ επιδιώκει και εστιάζει στη συνεχή βελτίωση και εξέλιξη των ατομικών χαρακτηριστικών, την αθλητικότητα και την ανάπτυξη του μπασκετικού ενστίκτου.

Κι εμείς;

Η κληρονομιά και τα θεμέλια του ελληνικού μπάσκετ είναι και βαθιά ριζωμένα και ισχυρά και οι επιτυχίες (Εθνικές και συλλογικές) δε σταμάτησαν ποτέ.

Όμως, το αύριο του σύγχρονου μπάσκετ είναι ήδη εδώ και το ελληνικό μπασκετικό brand —από μόνο του— δε μπορεί να εξασφαλίζει για πάντα την ίδια τροχιά.

Μια νέα, διαρκώς ανανεούμενη γενιά πρωταγωνιστών είναι αυτή που θα το στηρίξει και θα το συνεχίσει.

Θα πρέπει, απλώς, το ελληνικό μπασκετικό οικοσύστημα —ανάμεσά του και οι ίδιοι οι παίκτες— να αποφασίσει αν θέλει να ξαναρχίσει να παράγει —και— Έλληνες πρωταγωνιστές.

COMMENTS