Άλεξ Οβούμι: Περιγράφοντας τον εμφύλιο της Λιβύης! (photos+videos)

Άλεξ Οβούμι: Περιγράφοντας τον εμφύλιο της Λιβύης! (photos+videos)

Διαβάστε τη συγκλονιστική περιγραφή του Αμερικανού μπασκετμπολίστα, Άλεξ Οβούμι, για το πως έζησε την έναρξη του εμφυλίου της Λιβύης – Από αστέρας της ομάδας του Καντάφι, εγκλωβισμένος στην εμπόλεμη ζώνη

Όταν ο Άλεξ Οβούμι υπέγραψε συμβόλαιο με Αλ-Νασρ Βεγκάζης στη Λιβύη, δεν είχε καμία ιδέα ότι ο εργοδότης του ήταν ένας από τους πιο ισχυρούς και τρομακτικούς ανθρώπους στον κόσμο. Ούτε μπορούσε να μαντέψει ότι η χώρα στην οποία θα συνέχιζε την καριέρα του, ετοιμαζόταν για έναν από τους πιο αιματηρούς εμφυλίους στη σύγχρονη ιστορία. Παρακάτω, θα διαβάσετε την ιστορία του, μια συγκλονιστική περιγραφή για το πως έζησε την έναρξη του εμφυλίου της Λιβύης, με περιγραφές που σοκάρουν.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Το περιεχόμενο όσων λέει ο Οβούμι είναι τουλάχιστον ανατριχιαστικό και περιγράφει άγριες σκηνές βίας. Είναι απαραίτητη η γονική συναίνεση.

Άφιξη και... συνειδητοποίηση

«Το διαμέρισμα στο οποίο θα έμενα ήταν πανέμορφο. Ευρύχωρο και όλα τα έπιπλα ήταν έργα τέχνης. Είχε δυο μεγάλα σαλόνια, τρία τεράστια υπνοδωμάτια, τεράστιες οθόνες παντού. Οι καναπέδες είχαν χρυσάφι και ήταν τόσο μεγάλοι και βαριοί που πρακτικά ήταν αδύνατο να τους μετακινήσεις. Η πόρτα του διαμερίσματος ήταν από ενισχυμένο ατσάλι, σαν πόρτα θησαυροφυλάκιου.

Ήταν 27 Δεκεμβρίου 2010 και μόλις είχα φτάσει στη Βεγκάζη της Λιβύης, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας, για να παίξω σε μια ομάδα με το όνομα Αλ-Νασρ Βεγκάζης. Παίζοντας σε ομάδες ανά την Ευρώπη είχα μείνει σε διάφορα όμορφα μέρι, αλλά αυτό το διαμέρισμα στον έβδομο όροφο μιας πολυτελούς πολυκατοικίας στο κέντρο της πόλης ήταν το κάτι άλλο. Έμοιαζε με το Ταζ Μαχάλ.

Δεν παρατήρησα αμέσως τις φωτογραφίες που στόλιζαν τους εσωτερικούς τοίχους του μέρους – του ηγέτη της Λιβύης Μουαμάρ Καντάφι και των εγγονών του.

Όταν το συνειδητοποίησα, τηλεφώνησα στον πρόεδρο – τον λέγαμε κύριο Άχμεντ- και μου εξήγησε την κατάσταση. “Το διαμέρισμα ανήκει στον Μουτασίμ Καντάφι, γιό του Συνταγματάρχη”, μου είπε. “Η Αλ-Νασρ είναι η ομάδα του Καντάφι. Παίζεις για την οικογένεια Καντάφι”.

Ο Καντάφι! Όταν ήμουν μικρός, μεγαλώνοντας στην Αφρική – γεννήθηκαν στη Νιγηρία- ο Καντάφι ήταν κάποιος που όλοι είχαμε σαν ίνδαλμα. Ήταν πάντα στις ειδήσεις και στην εφημερίδα, οι οποίες έλεγαν και έγραφαν ότι βοηθούσε χώρες όπως ο Νίγηρας και η Νιγηρία. Τον είχα στο μυαλό μου ως πρόσωπο-σύμβολο της Αφρικής – αυτόν και τον Νέλσον Μαντέλα. Σαν παιδί, δεν γνώριζαν τα εγκλήματα που είχε διαπράξει. Ήμουν απασχολημένος με το μπάσκετ».

Εργαζόμενος του Καντάφι!

«Στην πρώτη μου προπόνηση με τους νέους συμπαίκτες μου επικρατούσε αμηχανία. Ρώτησα τον άλλο ξένο παίκτη της ομάδας, τον Μουσταφά Νιάνγκ από τη Σενεγάλη, “Γιατί όλοι δείχνουν τόσο καταπιεσμένοι;”. Μου εξήγησε, “Έχουμε ήττες. Δεν πληρώνονται, μερικοί είναι θύματα σωματικής βίας. Αν δεν νικήσουμε στο επόμενο ματς, κάποια από αυτά τα παιδιά θα φάνε πολύ ξύλο”.

Πολύ από τους συμπαίκτες μου είχαν πληγές και μελανιές στα χέρια τους. Ένας είχε μαυρισμένο μάτι το οποίο προσπαθούσε μάταια να κρύψει. Η προσωπική φρουρά του Καντάφι τους έσπρωχνε στα αποδυτήρια, διάφορα τέτοια – και κάποιοι από αυτούς δεν ήταν μεγάλοι αθλητές με πείρα όπως εγώ και ο Μουσταφά. Κατά τη διάρκεια της προπόνησης, μπορούσε να δεις ότι κάποιους από αυτούς τους είχε καταλάβει ο φόβος να μην κάνουν λάθος. Σε κάθε άθλημα θα κάνεις λάθη, θα κάνεις κακά παιχνίδια. Δεν μπορώ να ξεκινήσω ένα ματς και να εμπιστευθώ ανθρώπους που φοβούνται για τη ζωή τους.

Την επόμενη μέρα ταξιδέψαμε στην Τρίπολη με ιδιωτικό αεροπλάνο, σαν να ήμασταν ομάδα του NBA. Έτσι είχαν τα πράγματα στην Αλ-Νασρ και στην οικογένεια Καντάφι – η ομάδα είχε πολύ μεγαλύτερο μπάτζετ από όλες τις υπόλοιπες, πολλά παραπάνω εκατομμύρια δολάρια. Όμως η συμφωνία ήταν πως έπρεπε να κερδίζουμε – και όταν χάναμε, θα υπήρχε πρόβλημα.

Ο Καντάφι ήταν στο παιχνίδι. Πριν την έναρξη τον είδα με την προσωπική του φρουρά να κάθεται στις εξέδρες ντυμένος με λευκή στολή. Στο γήπεδο περπατούσε ο γιός του, Σααντί Καντάφι, ο άνθρωπος που ήταν υπεύθυνος για τον αθλητισμό στη Λιβύη. Μιλήσαμε και ειλικρινά, έμοιαζε με έναν καλοσυνάτο άνθρωπο που αγαπούσε τα σπορ.

Καθώς μιλούσαμε, κοίταξα στις εξέδρες προς τον πατέρα του και τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Κράτησε ελάχιστα αλλά οι συμπαίκτες μου το είδαν, όπως και οι οπαδοί. Κερδίσαμε αυτό το ματς με 10 πόντους και μετά, στα αποδυτήρια, ο κύριος Άχμεντ μας μοίρασε φακέλους που ο καθένας περιείχε 1.000 δολάρια σε δινάρια Λιβύης. “Από τον ηγέτη μας”, είπε.

Όταν η κόλαση... γίνεται χειρότερη!

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Από αυτό το σημείο και μετά, οι στιγμές βίας που περιγράφονται είναι εξαιρετικά ακραίες.

«Έπειτα από εκείνο το ματς άρχισαν να μου συμπεριφέρονται πολύ ξεχωριστά σε όλη τη χώρα, γιατί είχε δώσει τον λόγο της για μένα η οικογένεια Καντάφι. Δεν χρειάστηκε να πληρώσω ποτέ για το φαγητό μου έξω. Από κάλτσες μέχρι τηλεόραση και laptop, ο,τιδήποτε καινούριο το έπαιρνα δωρεάν ή με τη μορφή ενός ανοιχτού δανείου. Δεν χρειάστηκε να πληρώσω για τίποτα, ούτε... δεκάρα. Και έπειτα από εκείνο το ματς, συνεχίσαμε να κερδίζουμε. Ήμουν ο πόιντ γκαρντ, ο αρχηγός. Συνεχίσαμε να κερδίζουμε και οι συμπαίκτες μου δεν φοβόντουσταν πια.

Αλλά παρατηρήσαμε πως ο προπονητής μας, ο Σαρίφ, ήταν συχνά λυπημένος στις προπονήσεις. Είναι Αιγύπτιος και ανησυχούσε για την κατάσταση στην πατρίδα του – εκείνη τη χρονική περίοδο η επανάσταση στην Αίγυπτο είχε «ανάψει» για τα καλά. Υπήρχαν φήμες για επανάσταση και στη Λιβύη, αλλά δεν τις πήρα ποτέ στα σοβαρά. Μιλάμε για μια χώρα που έχει τον ίδιο ηγέτη για 42 χρόνια; Ποιός λογικός άνθρωπος θα τα έβαζε με μια τέτοια κυβέρνηση, έναν τέτοιο στρατό;

Από την ταράτσα του διαμερίσματός μου στη Βεγκάζη, μπορούσα να δω όλη την πόλη. Μου άρεσε να πηγαίνω στην ταράτσα, ειδικά όταν σου λείπει το σπίτι σου και η οικογένειά σου. Μπορούσα να καθαρίσω το μυαλό μου εκεί πάνω.

Όμως στις 17 Φεβρουαρίου 2011, περίπου στις 9.15 το πρωί, πήγα στην ταράτσα και είδα περίπου 200-300 ανθρώπους έξω από το αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς. Μια μεγάλη ομάδα στρατιωτικών πλησίαζε όλο και περισσότερο. Ξαφνικά, χωρίςπροειδοποίηση, πυροβολισμοί. Άνθρωποι να τρέχουν, άνθρωποι να πέφτουν. Πτώματα στο έδαφος. Προσεύχομαι, προσεύχομαι ότι όλο αυτό είναι όνειρο, ότι σύντομα θα ξυπνήσω.

Με σφαίρες να πέφτουν βροχή, γίνομαι ένα με την ταράτσα. Φοβάμαι πολύ. Αμέτρητα πράγματα παιρνούν από το μυαλό μου και δεν μπορώ να σκεφτώ σωστά. Έπειτα από 10 λεπτά περίπου, οι πυροβολισμοί σταματούν και ακούγονται μόνο ουρλιαχτά και κλάμματα.

Επιστρέφω στο διαμέρισμά μου και κλείνω την πόρτα. Τηλεφωνώ στον προπονητή μου. Έπειτα από αρκετή ώρα συνδέομαι και το σηκώνει. Μου λέει ότι είναι στο δρόμο για να φύγει από τη χώρα, να γυρίσει στην Αίγυπτο, αλλά ότι εγώ πρέπει να μείνω στο διαμέρισμά μου και κάποιος θα έρθει να με πάρει.

Προσπαθώ να καλέσω τον Μουσταφά (σ.σ. Νιάνγκ, Σενεγαλέζος μπασκετμπολίστας) αλλά δεν υπάρχει σήμα. Πατάω νούμερα στο κινητό μου, αλλά το δίκτυο είναι νεκρό. Το Ίντερνετ επίσης. Κάθομαι στο έδαφος και προσεύχομαι. Πότε-πότε κοιτάζω από το παράθυρο. Το πλήθος έχει διαλυθεί. Τη θέση τους έχουν πάρει παιδιά, παιδιά που έπαιζα μαζί τους μπάλα στον δρόμο. Έχουν γίνει πλέον αντάρτες με τα όπλα και τα μαχαίρια τους. Η κανονική ζωή τελείωσε – πλέον είναι ο καθένας για τον εαυτό του εκεί έξω».

Μια ανάσα από τον θάνατο

«Παρακολουθώ καθώς ένα κορίτσι προσπαθεί να σύρει τον πατέρα της μέσα στο σπίτι τους. Είναι τόσο βαρύς όμως που η μητέρα της έρχεται να την βοηθήσει. Το αίμαι τρέχει από το κεφάλι του. Τα μάτια του λείπουν. Το σώμα του είναι ακίνητο και το κορίτσι με τη μάνα κλαίνε στη μέση του δρόμου, αβοήθητες.

Η πόρτα μου χτυπάει δυνατά. Την ανοίγω και δυο στρατιώτες με ρωτάνε, “Αμερικάνος ή Λίβυος;”. Τους δείχνω το διαβατήριό μου και μου λένε να μπω μέσα. Κλείνω την πόρτα. Περίπου 15 λεπτά αργότερα ακούω αναταραχή στον διάδρομο – φωνές και διαπληκτισμούς. Όταν σταματάει, ανοίγω την πόρτα μου για να δω τι συμβαίνει και βλέπω έναν άνδρα, τον γείτονά μου, στο έδαφος μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματός του. Είναι καλυμμένος με αίμα και δεν κινείται. Για λίγο πιστεύω πως είναι νεκρός.

Ξέρω αυτόν τον άνθρωπο και τον συμπαθώ. Έχει μια κόρη, περίπου 16 ετών, και μερικές φορές μετά την προπόνηση κάθομαι μαζί της στο διάδρομο και τη βοηθάω να μάθει Αγγλικά. Ακούω θόρυβο από την άκρη του διαδρόμου. Περίεργους ήχους – κλάμματα και βαριές ανάσες.

Φτάνω προσεκτικά μέχρι εκεί και βλέπω ένα ΑΚ-47 στο έδαφος. Στρίβω στη γωνία και βλέπω έναν από τους στρατιώτες να βιάζει το κορίτσι! Εξοργίζομαι. Πιάνω το όπλο, αλλά ο άλλος στρατιώτης βγαίνει από τις σκιές και με χτυπάει με την κάννη του όπλου. Πίστεψα ότι θα μου ρίξει. Με διώχνει προς το διαμέρισμά μου. Του φωνάζω όσες βρισιές ξέρω αλλά δεν έχω το θάρρος να του επιτεθώ. Δεν υπάρχει κάτι που να μπορώ να κάνω. Κλείνει την πόρτα πίσω μου και βυθίζομαι στο έδαφος, κλαίγοντας, χτυπώντας το κεφάλι μου στην πόρτα. Ακούω ακόμη το κορίτσι. Δεν μπορώ να την βοηθήσω.

Σαν Χριστιανός, μου είναι δύσκολο που το λέω αυτό, αλλά υπήρχαν πολλές στιγμές που αμφισβήτησα την πίστη μου στον Θεό. Την πρώτη μέρα έκατσα απλώς στο έδαφος, κλαίγοντας και προσευχόμουν, προσπαθούσα να καλέσω συνεχώς αλλά δεν υπήρχε δίκτυο.

Στο διπλανό διαμέρισμα έμεναν κάποιες γυναίκες με ένα μωρό που πεινούσε πολύ και έκλαιγε. Οι Λίβυοι δεν κρατούν φαγητό στο σπίτι, αγοράζουν κάθε μέρα φρέσκα λαχανικά. Τους έδωσα τα περισσότερα από αυτά που είχα – μερικές φέτες ψωμί και τυρί – πιστεύοντας πως σε 2-3 μέρες όλο αυτό θα έχει σταματήσει.

Αλλά συνεχίστηκε. Οι κραυγές, οι σειρήνες, οι πυροβολισμοί. 24 ώρες το 24ωρο. Το διαμέρισμά μου ήταν στη μέση μιας εμπόλεμης ζώνης. Ήμουν μια βούλα στη μέση του στόχου. Είπα στον εαυτό μου ότι θα με σώσουν, ότι από λεπτό σε λεπτό θα μπουν μέσα οι ειδικές δυνάμεις των ΗΠΑ. Ήμουν συνέχεια έτοιμος σε περίπτωση που συμβεί κάτι τέτοιο να φύγω μαζί τους. Δεν ξάπλωνα στο κρεβάτι, αλλά κοιμόμουν για λίγα λεπτά κατά τη διάρκειας της ημέρας».

Πλησιάζοντας την εξαθλίωση

Παρά το γεγονός ότι ο Άλεξ Οβούμι έμενε σε ένα υπερπολυτελές διαμέρισμα γεμάτο πανάκριβα έπιπλα, η φρίκη του πολέμου δεν έκανε διακρίσεις. Η κατάσταση την οποία περιγράφει στις παρακάτω γραμμές, δεν γνωρίζει πλούσιους και φτωχούς, όπως έχει αποδειχθεί πολλάκις στην ανθρώπινη ιστορία. Άλλωστε, ακόμη και στο μεγαλύτερο παλάτι του κόσμου αν είσαι εγκλωβισμένος χωρίς φαγητό και νερό, πλησιάζεις την εξαθλίωση.

«Το αστυνομικό τμήμα την άλλη πλευρά του δρόμου που έμενα πήρε φωτιά. Οι αστυνομικοί σκαρφάλωσαν στην ταράτσα, η οποία ήταν στο ίδιο ύψος με την ταράτσα του διαμερίσματός μου. Τους κοίταξα και με κοίταξαν. Δεν είχα ηλεκτρισμό και νερό. Το φαγητό που είχα είχε φαγωθεί εδώ και 1-2 μέρες. Έκανα συντήρηση στο νερό μου για 4-5 μέρες, μετά τελείωσε. Ξεκίνησα να πίνω από την τουαλέτα, χρησιμοποιώντας φίλτρα τσαγιού για το κάνω όσο το δυνατόν πιο καθαρό γινόταν. Όταν έπρεπε να πάω τουαλέτα, που ήταν σπάνιο, ουρούσα στη μπανιέρα και έκανα την ανάγκη μου σε πλαστικές σακούλες, τις οποίες έδενα και άφηνα έξω από το διαμέρισμα.

Είχα καταλάβει πως αν δεν έκανα αυτά τα πράγματα, δεν θα επιβίωνα. Περίπου 3-4 μέρες μετά τη σφαγή που είχα δει από την ταράτσα, ένα κτίριο απέναντι κατέρρευσε. Την επόμενη μέρα, η αεροπορία της Λιβύης άρχισε να βομβαρδίζει ολόκληρη η Βεγκάζη, προσπαθώντας να επανακτήσει τον έλεγχο της πόλης.

Σκέφτηκα – έχω αυτούς τους καναπέδες από χρυσάφι, αλλά το χρυσάφι δεν τρώγεται. Αυτές οι τηλεοράσεις δεν θα με ταΐσουν. Τα πάντα σε αυτό το διαμέρισμα ήταν άχρηστα. Τα πράγματα που θεωρούμε δεδομένα –το νερό, λίγο τυρί, μια φέτα ψωμί- ξαφνικά αυτά τα πράγματα είχαν γίνει είδη πολυτελείας, είδη που δεν είχα. Κάθε μέρα ένιωθα και πιο αδύναμος, σιγά-σιγά η πείνα με... έτρωγε.

Όταν οι πόνοι στο στομάχι μου έγιναν ανυπόφοροι, άρχισα να τρώω κατσαρίδες και σκουλήκια που έβρισκα στις γλάστρες στα παράθυρά μου. Είχα παρακολουθήσει σόου του Μπέαρ Γκριλς και θυμόμουν ότι ήταν καλύτερο να τρως ζωντανά τα έντομα, για να μη χάσουν τη θρεπτική τους αξία. Είχαν περίεργη αίσθηση στο στόμα και παράξενη γεύση, αλλά ήμουν τόσο πεινασμένος που ένιωθα σαν να τρώω μπριζόλα.

Άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου σε διάφορες ηλικίες. Οι νεότερες εκδοχές μου ήταν στη μια πλευρά, πιο χαρούμενες. Ρώτησα “Τι συνέβη; Πώς γίνεται να επιστρέψω σε αυτή τη χαρά; Πως μπορώ να βάλω τη ζωή μου ξανά σε τάξη; Τι με έκανε να πάρω τόσο λάθος αποφάσεις;”.

Περίπου 12 ημέρες αφού είχα κλειδωθεί στο διαμέρισμά μου, χτύπησε το κινητό μου. Ήταν ο Μουσταφά. “Αδερφέ μου, πως είσαι;”, μερώτησε. Του είπα πως δεν είμαι και τόσο καλά. Ήταν κι αυτός εγκλωβισμένος στο διαμέρισμά του, στην άλλη άκρη της πόλης. Μου είπε ότι η κοπέλα μου, η Αλέξις, τον είχε πάρει τηλέφωνο από τις ΗΠΑ, ανησυχώντας για εμένα.

Όταν μιλήσαμε ξανά την επόμενη μέρα, ο Μουσταφά μου είπε ότι ο πρόεδρος της ομάδας, ο κύριος Άχμεντ, είχε υποσχεθεί να μας βγάλει από τη χώρα. Έπρεπε να φτάσουμε στο γραφείο του –ήταν μόλις δυο τετράγωνα από το διαμέρισμά μου, αλλά δεν ήμουν σίγουρος πως θα φτάσω εκεί. “Θα σε δω εκεί ή και όχι”, είπα στον Μουσταφά. “Ή θα τα καταφέρω ή όχι”.

Ήμουν τόσο αδύναμος που χρειάστηκε να περάσουν 15 λεπτά για να κατέβω επτά ορόφους. Στο δρόμο είδα κάλυκες στο δρόμο. Πήρα έναν στα χέρια μου και σκέφτηκα “Αυτό πέρασε μέσα από άνθρωπο;”. Δεν ήταν απλές σφαίρες από πιστόλι, ήταν από εκείνες που μπορούν να σου αφαιρέσουν το χέρι».

Σημάδι ελπίδας!

«Αφού βγήκα έξω, είδα τα παιδιά που παρακολουθούσα από το παράθυρό μου, που παίζαμε μαζί ποδόσφαιρο –το ένα κρατούσε ένα ΑΚ-47 μεγαλύτερο από τον ίδιο. Με αναγνώρισαν και μου φώναξα: “Οκότσα”! Με φώναζαν έτσι γιατί πίστευαν πως έμοιαζα με τον Τζέι-Τζέι Οκότσα, τον Νιγηριανό ποδοσφαιριστή. Είδαν ότι τα πόδια μου δεν με κρατούσαν και με άρπαξαν πριν πέσω. Με κουβάλησαν μέχρι το γραφείο του κύριου Άχμεντ, για περίπου ένα μίλι! Πήγαμε από τον δρόμο που θα μας έπαιρνε περισσότερη ώρα, μέσα από στενά σοκάκια.

Στο γραφείο είδα τον Μουσταφά και τον αγκάλιασα, ενώ ο κύριος Άχμεντ μας είπε “Μπορώ να σας βγάλω από τη χώρα, αλλά θα είναι επικίνδυνο”. Είπε ότι θα χρειαζόταν να κάνουμε μια διαδρομή έξι ωρών σε έναν ερημωμένο δρόμο μέχρι τα σύνορα με την Αίγυπτο. Λίγες μέρες νωρίτερα, είχε στείλει αυτοκίνητο με έναν Καμερουνέζο ποδοσφαιριστή από την ίδια διαδρομή. Αλλά ο παίκτης πανικοβλήθηκε κατά τη διάρκεια ελέγχου από τους επαναστάτες και προσπάθησε να τρέξει μέσα στην έρημο. Τον εκτέλεσαν.

Ο Μουσταφά δεν ήθελε να το κάνει, αλλά κατάφερα να τον πείσω. Καθ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας μας, πρακτικά κατάπινα μερικά κέικ και έπινα μπουκάλια με νερό σαν να ήταν γουλιές. Πήρα ενέργεια για να επιστρέψω στο διαμέρισμά μου, παρέα με τα παιδιά-επαναστάτες.

Ετοίμασα μια βαλίτσα και περίπου στις 2 μετά τα μεσάυνχτα άκουσα αυτοκίνητο να κορνάρει. Ήταν το αυτοκίνητο προς την Αίγυπτο –ένα μικρό όχημα με τον Μουσταφά και ολόκληρα τα 2.08 μέτρα του ύψους του να ξεχωρίζουν στην μπροστινή θέση.

Ένα τέταρτο έξω από τη Βεγκάζη φτάσαμε στο πρώτο μπλόκο επαναστατών. Έψαξαν τα πράγματά μας, πέταξαν ρούχα στο έδαφος, έψαχναν τα διαβατήριά μας. Όντας μαύροι, θεωρούσαν πως είμαστε στρατιώτες του Καντάφι που προσπαθούσαν να δραπετεύσουν από τη χώρα.

Κάποια στιγμή, με τα όπλα στα χέρια τους, έριξαν τον Μουσταφά στο έδαφος. Πίστεψα ότι θα τον εκτελέσουν εν ψυχρώ. Ο οδηγός συνέχισε να τους λέει “Είναι απλά παίκτες μπάσκετ, είναι απλά παίκτες μπάσκετ”. Αλλά επικρατούσε τόση ένταση, τόσοι θάνατοι μέσα στην πόλη, που οι άνθρωποι δεν πίστευαν τίποτα.

Με τη βοήθεια του Θεού μας άφησαν να φύγουμε. Υπήρχαν ακόμη επτά τέτοια μπλόκα και αντί για 6-7 ώρες, το ταξίδι μας κράτησε 12 ώρες γιατί μας σταματούσαν πολύ συχνά. Μας έψαχναν και μας κλωτσούσαν στα γόνατα, μας πετούσαν άμμο στο πρόσωπο. Ήταν σκληρή η κατάσταση –και αν δω ποτέ αυτόν τον οδηγό ξανά στη ζωή μου, θα του δώσω όλα τα λεφτά που θα έχω πάνω μου εκείνη τη στιγμή.

Περάσαμε τα σύνορα με την Αίγυπτο και αφού μείναμε τρεις μέρες σε στρατόπεδο προσφύγων, θα μπορούσα να ξεκινήσω το ταξίδι για επιστροφή στις ΗΠΑ. Αλλά καθώς περίμενα στα σύνορα το λεωφορείο για να φύγω για Κάιρο, με κάλεσε ο προπονητής μου, Σαρίφ. “Θέλω να έρθεις στην Αλεξάνδρεια, να μείνεις με εμένα και τη γυναίκα μου, και να συνέλθεις, να μας μιλήσεις”.

Το σκέφτηκα και συνειδητοποίησα ότι χρειαζόμουν χρόνο – δεν ήθελα η οικογένειά μου να με δει στην κατάσταση που ήμουν. Είπα αντίο στον Μουσταφά και πήρα το λεωφορείο για την Αλεξάνδρεια. Όταν ο κόουτς με είδε, κούνησε το κεφάλι του λέγοντας: “Αυτός δεν είναι ο άνθρωπος που γνώρισα”. Έμοιαζα διαφορετικός. Το χρώμα στο πρόσωπό που ήταν διαφορετικό, είχα τρίχες παντού, τα δόντια μου ήταν καφέ, τα μάτια μου κατακόκκινα. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Είδε την ότι η ψυχή μου είχε φύγει από μέσα μου. Και μου είπε “Οι στιγμές που σε είδα χαρούμενο, ήταν όταν έπαιζες μπάσκετ”».

Επιστροφή στο παρκέ!

Καθώς ο κόουτς Σαρίφ και η γυναίκα του με φρόντιζαν, με βοήθησε να ασχοληθώ με μια ομάδα της Αλεξάνδρειας που λέγεται Ελ Ολίμπι. Προπονητής ήταν ένας πρώην παίκτης του. Δεν το έκανα για τα χρήματα πια, δεν με ένοιαζε αυτό. Σημασία είχε που ήταν φυσιολογικός ξανά.

Έκανα τσεκάπ πριν αρχίσω να παίζω και ανακάλυψα ότι το σώμα μου είχε καταστραφεί. Κάποτε ήμουν επαγγελματίας αθλητής, τώρα το συκώτι μου ήταν διαλυμμένο, οι πνεύμονές μου σε κακή κατάσταση και είχα προβλήματα στο αίμα.

Έπαιξα παρόλα αυτά. Η Ελ Ολίμπι ήθελε να την βοηθήσω να φτάσει στα πλέι-οφ. Πήραμε 13 σερίνίκεςκαικατακτήσαμετοΠρωτάθλημα. Ήταν κάτι τρομερό. Η απόφαση αυτή –να παίξω μπάσκετ στην Αίγυπτο- ενόχλησε τη μητέρα μου και την κοπέλα μου. Όταν επέστρεψα σπίτι και είδα τον πατέρα μου ξανά, έκλαψα. Ήταν σε διαβητικό κώμα. Μπορεί να το έπαθε επειδή δεν γύρισα σπίτι όταν έπρεπε. Ένιωθα πολύ ένοχος.

Διαγνώσθηκα με μετατραυματικό στρες. Κλεινόμουν στο σπίτι για 15 ώρες, με κλειστά τα πατζούρια. Δεν έκανα μπάνιο. Η κοπέλα μου, η Αλέξις, ερχόταν και με έβρισκε σε άθλια κατάσταση. Ξεκίνησα θεραπείες, επέστρεψα στην εκκλησία και πήγαινα σταθερά.

Όσο για τους πρώην συμπαίκτες μου στη Βεγκάζη, δεν είχαν πουθενά να πάνε, πουθενά να δραπετεύσουν. Πολλοί αυτούς πολέμησαν στον πόλεμο. Έχω επαφή με έναν από αυτούς και με τον Μουσταφά, με τον οποίο μιλάω κάθε τόσο. Τον είδα πέρσι το καλοκαίρι και του έδωσα τη μεγαλύτερη αγκαλιά του κόσμου. Θα είμαστε για πάντα αδέρφια.

Προσπάθησα πολύ να έρθω σε επαφή με το κορίτσι που έμενε δίπλα μου στη Βεγκάζη (σ.σ. το κορίτσι που βιάστηκε από τον Λίβυο στρατιώτη). Δενβρήκατίποτα. Προσπαθούσα να ξεχάσω όσα μου είχαν συμβεί. Αλλά η οικογένειά μου με έπεισε ότι έπρεπε να πω την ιστορία μου, έγραψα λοιπόν κάτι, το ονόμασα «Ο Πόιντ Γκαρντ του Καντάφι».

Δεν μετανιώνω που πήγα στη Λιβύη. Στη ζωή, όπως και στο μπάσκετ, θα κάνεις λάθη, θα κάνεις κακά παιχνίδια. Αλλά ο Θεός έχει ένα πλάνο για όλους – μπορεί να πας δεξιά, αριστερά, στο τέλος της μέρας όμως θα καταλήξεις στον δρόμο Του.

Με την κοπέλα μου είμαστε ακόμη μαζί, και έπειτα από ένα διάλειμμα από το μπάσκετ, παίζω ξανά, αυτή τη φορά στην Αγγλία, για τους Γουόρσεστερ Γουλβς. Οι συμπαίκτες μου δεν ξέρουν πως να μου φερθούν. Ακόμη με «χτυπάει» η κατάθλιψη, έτσι απλά, τη μια στιγμή είμαι χαρούμενος την άλλη κομμάτια. Με αφήνουν στην ησυχία μου και τους είμαι ευγνώμων που καταλαβαίνουν.

Όταν κλείνω τα μάτια μου θυμάμαι το 2011. Βλέπω πρόσωπα, εικόνες. Το να μένω ξύπνιος είναι μερικές φορές μονόδρομος. Κοιμάμαι περίπου 4 ώρες τη μέρα και στις 8 το πρωί είμαι έτοιμος για προπόνηση. Το μπάσκετ είναι διέξοδος για εμένα. Για40 λεπτάείμαιγαλήνιος, ότανπαίζουμε.

Έχω πολύ σοβαρές κρίσεις πανικού πριν τα παιχνίδια. Τα χέρια μου ιδρώνουν και τρέμω. Δεν μπορώ να αναπνεύσω, να λειτουργήσω. Μερικές φορές δεν μπορώ να βγω από τα αποδυτήρια. Οι άνθρωποι με κοιτάζουν και λένε “Ουάου, αυτός ο τύπος είναι τρελός”. Αυτό όμως είναι το φυσιολογικό για εμένα πλέον. Αυτή είναι η ζωή μου».

Δείτε αποκλειστικά βίντεο στο Onsports TV

Άλεξ Οβούμι: Περιγράφοντας τον εμφύλιο της Λιβύης! (photos+videos)



Super League: Πλησίασε Παναθηναϊκό ο Άρης, «καλπάζει» η ΑΕΛ, στο… ορεκτικό πριν το ΑΕΚ – Ολυμπιακός
Super League: Πλησίασε Παναθηναϊκό ο Άρης, «καλπάζει» η ΑΕΛ, στο… ορεκτικό πριν το ΑΕΚ – Ολυμπιακός
Πόλο: Διατήρησε το απόλυτο ο Παναθηναϊκός
Πόλο: Διατήρησε το απόλυτο ο Παναθηναϊκός
Βόλος - ΑΕΛ Novibet 0-2: Φτιάχνει σερί παραμονής με «δράστη» Τούπτα
Βόλος - ΑΕΛ Novibet 0-2: Φτιάχνει σερί παραμονής με «δράστη» Τούπτα
Παναθηναϊκός AKTOR: Ο Κώστας Σλούκας έκανε το τραπέζι στην ομάδα
Παναθηναϊκός AKTOR: Ο Κώστας Σλούκας έκανε το τραπέζι στην ομάδα
©2011-2026 Onsports.gr - All rights reserved