Γιατρός Μαραντόνα: «Είμαι αθώος, τον αγαπούσα»
«Είμαι αθώος, τον αγαπούσα», δήλωσε ο πρώην προσωπικός ιατρός του Ντιέγκο Μαραντόνα, καταθέτοντας για πρώτη φορά στην πολύκροτη δίκη μελών μιας ιατρικής ομάδας, που ερευνά τις συνθήκες θανάτου του είδωλου του παγκοσμίου ποδοσφαίρου το 2020.
«Θέλω να πω ότι είμαι αθώος και ότι λυπάμαι βαθιά για τον θάνατό του», δήλωσε ο νευροχειρουργός, Λεοπόλντο Λούκε, ένας από τους βασικούς κατηγορούμενους μεταξύ των επτά επαγγελματιών υγείας, οι οποίοι δικάζονται εκ νέου στο Σαν Ισίδρο (κοντά στο Μπουένος Άιρες) από την Τρίτη, δέκα μήνες μετά την ακύρωση της αρχικής δίκης.
«Νοιαζόμουν βαθιά γι' αυτόν, τον αγαπούσα, ήταν το είδωλό μου και ο φίλος μου», επεσήμανε ο Λούκε, με την φωνή του γεμάτη συγκίνηση, ενθυμούμενος την στενή σχέση που είχε με αυτόν τον πολύ ξεχωριστό ασθενή, ο οποίος έγινε στενός φίλος του στα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Ο 44χρονος Λεοπόλντο Λούκε, μίλησε για πρώτη φορά στην δίκη, όπου αυτός και άλλοι έξι επαγγελματίες υγείας (ένας ιατρός, ένας ψυχίατρος, ένας ψυχολόγος και νοσηλευτές) δικάζονται για «ανθρωποκτονία με υπονοούμενη κακία», κατηγορία που σημαίνει αμέλεια που διαπράχθηκε γνωρίζοντας ότι θα μπορούσε να προκαλέσει θάνατο.
Ο Μαραντόνα πέθανε σε ηλικία 60 ετών στις 25 Νοεμβρίου 2020, από καρδιοαναπνευστική κρίση σε συνδυασμό με πνευμονικό οίδημα, μόνος στο κρεβάτι του σε μια ενοικιαζόμενη κατοικία όπου ανάρρωνε από νευροχειρουργική επέμβαση για υποσκληρίδιο αιμάτωμα.
Ολοι οι κατηγορούμενοι αρνούνται την ευθύνη για τον θάνατο του «Ντιεγκίτο», καλυπτόμενοι πίσω από τις αντίστοιχες ειδικότητες και τους διαμερισμένους ρόλους τους. Κάποιοι μάλιστα μεταθέτουν την ευθύνη σε άλλους. Αντιμετωπίζουν ποινές φυλάκισης από οκτώ έως 25 χρόνια.
Η πρώτη δίκη το 2025 ακυρώθηκε μετά από περισσότερες από 20 ακροάσεις σε διάστημα δυόμισι μηνών, εν μέσω σκανδάλου, καθώς μία από τους τρεις δικαστές είχε, εν αγνοία όλων, συνεργασθεί στην παραγωγή μιας σειράς ντοκιμαντέρ για την υπόθεση, στην οποία πρωταγωνιστούσε η ίδια.
Κατά την έναρξη της δεύτερης δίκης την Τρίτη, η εισαγγελία υποστήριξε ότι θα αποδείκνυε πως η ανάρρωση του Μαραντόνα ήταν «σκληρή και βάναυση, ισχυριζόμενη ότι η ιατρική ομάδα «αποφάσισε να αγνοήσει πολλαπλές προειδοποιήσεις» και «εγκατέλειψε τον Ντιέγκο Μαραντόνα στην μοίρα του, καταδικάζοντάς τον σε θάνατο».
Ο Λεοπόλντο Λούκε, διακοπτόμενος περιστασιακά από επιφωνήματα των πολιτικών εναγόντων, υπερασπίσθηκε, όπως και άλλοι κατηγορούμενοι, την θεωρία ενός φυσικού και, κατά μία έννοια, αναπόφευκτου θανάτου για τον Μαραντόνα.
Η διάγνωση της νεκροψίας είναι «χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια με διατατική μυοκαρδιοπάθεια, η οποία απορρυθμίστηκε και επιδεινώθηκε από την έλλειψη θεραπείας», δήλωσε, επικαλούμενος μία από τις εκθέσεις εμπειρογνωμόνων. Και τόνισε ότι η καρδιακή ανεπάρκεια «σχετιζόταν με τοξικές ουσίες».
Παραλληλα, αμφισβήτησε το σενάριο 12ωρης αγωνίας και αναμονής που υπέστη ο Μαραντόνα, που αναφέρθηκε από τους ιατροδικαστές και επαναλήφθηκε από την εισαγγελία. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό είναι ασυμβίβαστο με την αιτία θανάτου.
Μάλιστα, ο Λούκε υποστήριξε ότι το πνευμονικό οίδημα που βρέθηκε στο σώμα του εκλιπόντος θα μπορούσε να έχει προκληθεί από επίμονες προσπάθειες «ανάνηψης ενός πτώματος».
Ωστόσο, επεσήμανε ότι δεν ήταν αυτός, ένας νευροχειρουργός, που είχε χειρουργήσει τον Μαραντόνα για το υποσκληρίδιο αιμάτωμα. Και ότι δεν ήταν ο ιατρός του το 2007, την χρονιά από την οποία ο Μαραντόνα «δεν λάμβανε πλέον καμία καρδιακή θεραπεία».
Τέλος, έριξε φως στη σχέση του με τον Μαραντόνα, ο οποίος είχε γίνει φίλος, όπως κι αυτός, από μια «παραγκούπολη» και που «με καλούσε οποιαδήποτε ώρα»:
«Συχνά πήγαινα, απλώς ως κάποιος που τον αγαπούσε και νοιαζόταν γι' αυτόν», συστήνοντας τον έναν ή τον άλλον ειδικό. «Εάν αυτό είναι το να είσαι προσωπικός ιατρός, τότε ας παραδεχθώ ότι ήμουν».
Ο Λούκε θεωρήθηκε κατά την πρώτη δίκη από διάφορες μαρτυρίες ως ένας από τους κύριους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων στην παρέα του παρακμάζοντος σταρ.
Και εμπλέκεται λόγω ηχητικών ηχογραφήσεων, που ακούσθηκαν στο δικαστήριο και στις οποίες μιλά για τις κόρες του Μαραντόνα με περιφρονητικό τρόπο.
Τέλος, αποστασιοποιήθηκε κάπως από την κατ' οίκον νοσηλεία του Μαραντόνα, μια μετεγχειρητική απόφαση που ελήφθη από κοινού από την ιατρική ομάδα και την οικογένεια, υπό συνθήκες που είναι πλέον αμφιλεγόμενες:
«Δήλωσα ρητά ότι είμαι νευροχειρουργός. Όχι κλινικός ιατρός, ούτε ψυχίατρος, ούτε ψυχολόγος. Ήμουν πάντα πολύ σαφής σχετικά με τον ρόλο μου. Ωστόσο, η ανάρρωση στο σπίτι ήταν η μόνη επιλογή».
Σύμφωνα με τις σχετικές εκτιμήσεις, η δίκη που αναμένεται να έχει δύο ακροάσεις την εβδομάδα, ενδέχεται να διαρκέσει περίπου τρεις μήνες.