Εθνική ομάδα μπάσκετ των Ανδρών: Πρέπει να ανησυχούμε;
Ο Δημήτρης Χατζηγεωργίου θέτει επί τάπητος όλα τα «καυτά» ερωτήματα αναφορικά με την πορεία της Εθνικής ομάδας στο τελευταίο «παράθυρο» των προκριματικών του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2027.
Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό και θεωρητικό· είναι ουσιαστικό και πραγματικό αλλά δεν μπορεί να είναι μόνο ένα και μοναδικό. Και, πάντως, δεν αφορά εκείνους που θεωρούν φυσιολογικά ή δικαιολογημένα τα αποτελέσματα των τελευταίων ημερών στα πρόσφατα FIBA Qualifiers.
Και εξηγούμαι.
Μετά τις δύο ήττες —επιτρέψτε μου τη λέξη— σοκ από τη Ρουμανία (στο νούμερο 63 στο ranking της FIBA) και την Πορτογαλία (στο νούμερο 46 στο ίδιο ranking) τα ερωτήματα, οι ανησυχίες και οι απορίες είναι και πολλές και εύλογες. Γιατί σε κάτι που —πιθανότατα δικαίως— προσεγγίζεται, σχεδόν καθολικά, ως αρνητική έκπληξη ή ως πισωγύρισμα, οι αιτίες δεν μπορεί παρά να είναι περισσότερες από μία. Γιατί —νομίζω πως— είναι απολύτως δικαιολογημένο να λογίζεται ως …αυτοκαλάθι η τελευταία διπλή αγωνιστική, μια που δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αναφερόμαστε στην ομάδα (μας) που ανέβηκε στο βάθρο στο τελευταίο Ευρωμπάσκετ και που βρίσκεται στη δωδέκατη θέση της παγκόσμιας κατάταξης του σπορ.
Ας θυμηθούμε, λοιπόν, ποιοι είμαστε εμείς.
Δηλαδή, ποια είναι διαχρονικά η Εθνική ομάδα μπάσκετ των Ανδρών, ποιο το ελληνικό μπάσκετ στο σύνολό του, ποια είναι η ιστορία και οι επιτυχίες του, τα πρόσωπα και οι στιγμές που δημιούργησαν την αίγλη και το ειδικό του βάρος, ποια η πορεία και η διαδρομή του από τα ανοιχτά τσιμεντένια γηπεδάκια ως τα σύγχρονα πολυχρηστικά γήπεδα και το T-Center.
Και ακόμα, ποια ήταν και πόσο διήρκεσε η μακρά και κοπιώδης προσπάθεια που ξεκίνησε από τις βαριές ήττες των Ελλήνων πιονιέρων του αθλήματος από τα μεγαθήρια του σπορ, ως την παρουσία και την εδραίωση της Εθνικής ομάδας των Ανδρών στο ίδιο επίπεδο της καθεστηκύιας τάξης των μπασκετικών “κολοσσών”.
Γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε μια ομάδα που έχει παίξει σε τελικό Μουντομπάσκετ αποκλείοντας την Team USA, που έχει κατακτήσει δύο Ευρωμπάσκετ και έχει ανέβει στο βάθρο έξι φορές από το 1949 ως το 2025;
Πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε μια ομάδα που μετέτρεψε ένα δευτερεύον σπορ σε εθνική αθλητική υπόθεση, που έχτισε —και αυτή— με τον καιρό την κουλτούρα του σπορ και την καθημερινή κουβέντα για αυτό και συνέβαλε στο να θεωρούμε εαυτούς …μπασκετικό Έθνος;
Δύσκολα —θεωρώ— πως θα μπορούσε κάποιος να διαφωνήσει με αυτή την προσέγγιση. Μπορεί να μοιάζει “πατριωτική” αλλά είναι μια πραγματικότητα που δεν βιώνουμε μόνο λόγω της Εθνικής ομάδας των Ανδρών αλλά και χάρη στις ομάδες μας —Οργανισμούς πλέον— που έχουν σηκώσει είκοσι ευρωπαϊκά τρόπαια —με έντεκα κατακτήσεις Ευρωλίγκας— από το 1968 ως πριν από ελάχιστες εβδομάδες. Αλλά και με τη συμβολή των σωματείων που κάνουν κάθε χρόνο αισθητή την παρουσία τους διεθνώς. Και φυσικά, σε συνέργεια με τη συνολική άνοδο και μεγάλωμα της ελληνικής καλαθοσφαίρισης.
Και ως κατακλείδα στο …υπαρξιακό μας ερώτημα για το ποιοι είμαστε μπασκετικά, απλώς να προσθέσουμε στην παραπάνω εξίσωση του μπασκετικού μας DNA μια μόνο δηλωτική —για όλα αυτά— παράμετρο. Την …απλή αναφορά στα ονόματα όλων εκείνων που φόρεσαν τη φανέλα με το εθνόσημο, τη δόξασαν και δοξάστηκαν μαζί της. Και επειδή είναι εντυπωσιακά πολλοί, ας αφήσουμε ως σφραγίδα σε αυτό το άρθρο γνώμης δύο μόνο ονόματα.
Νίκος Γκάλης
Γιάννης Αντετοκούνμπο.
Φταίει κανείς;
Ειλικρινά, πιστεύω πως το blame game —για τις δύο πρόσφατες ήττες αλλά και για τη δυσμενή θέση μας στον επόμενο γύρο των προκριματικών— είναι βαθύτατα αντιπαραγωγικό και παρελκυστικό. Νομίζω όμως πως επιβάλλεται, πια, να βάλουμε το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων αν θέλουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει, πώς φτάσαμε ως εδώ και αν υπάρχει σε αυτό το σημείο η δυνατότητα για ένα εποικοδομητικό crisis management…
Και κάτι ακόμα.
Το στενόχωρο στοιχείο των δύο ηττών δυστυχώς μεγεθύνεται και από κάποια λοιπά δεδομένα που είναι τόσο ουσιαστικά όσο και πραγματικά.
Από τους Σέρβους Γιόκιτς και Γιόβιτς ως τον Σάι Γκίλτζιους Αλεξάντερ και τους άλλους Καναδούς από το ΝΒΑ, από τον Σρέντερ ως τον Βαλαντσιούνας και τους άλλους Λιθουανούς και από τους Γάλλους NBAers και τον Μάρκανεν ως τον Ούγκο Γκονζάλεθ, αλλά και τους πιο οικείους σε εμάς σταρ της Ευρωλίγκας, οι περισσότεροι διεθνείς blue chip παίκτες της παγκόσμιας μπασκετικής κοινότητας ήταν παρόντες και αγωνίστηκαν στο τελευταίο ζεύγος των FIBA Qualifiers για το Παγκόσμιο Κύπελλο.
Πόσοι, όμως, ήταν εκεί από τους δικούς μας διεθνείς;
Και, ίσως το πιο σημαντικό, ποιο είναι το μέγεθος της δεξαμενής απ’ όπου μπορεί να αντλήσει παίκτες η Εθνική μας ομάδα;
Υπεύθυνος, υπεύθυνοι;…
Η αδιάλειπτη (;) συνέχεια του ελληνικού μπάσκετ
Ή σε απλά —μπασκετικά— ελληνικά: με τα όσα διαδραματίζονται εσχάτως στο εθνικό μας σπορ, υπάρχει περίπτωση (αποφεύγω πεισματικά τη λέξη κίνδυνος) η σημερινή —και αυριανή— γενιά να μην καταφέρει να δημιουργήσει τη δική της παρακαταθήκη ως συνέχεια της ιστορικής κληρονομιάς της Εθνικής ομάδας των Ανδρών που της παραδόθηκε;
Είναι δυνατόν αυτή η σκυταλοδρομία δεκαετιών γεμάτων κόπους, αλησμόνητες στιγμές, συναισθήματα και ιστορικούς πρωταγωνιστές, σε επίπεδο Εθνικής ομάδας, να οδηγήσει σε μια “χαμένη” γενιά, φράση που σοκαρισμένοι ακούσαμε για πρώτη φορά από τα χείλη του Ντούσαν Σάκοτα το φθινόπωρο του 2017, στα πρώτα “παράθυρα” της FIBA;
Πολύ θέλω να ελπίζω πως όχι.
ΥΓ. “Πάμε να σώσουμε μια ολόκληρη γενιά του μπάσκετ”.
Ντούσαν Σάκοτα
21 Νοεμβρίου 2017.