Άσματα και συμπεράσματα
Τελικά το ποτήρι του Κυπέλλου ήταν μισοάδειο ή μισογεμάτο; Όπως και να ʽχει, το σίγουρο είναι ένα: κατέληξε στα μούτρα του Μιραλάς...
Επί της ουσίας, βέβαια, δεν χρειαζόταν να πιει τούτο το πικρό ποτήρι ο Βέλγος για να αντιληφθεί κάποιος ότι από το ΟΑΚΑ μέχρι την Οζάκα και από την Τούμπα μέχρι την κωλοτούμπα, η απόσταση είναι ανατριχιαστικά μικρή όταν η εξίσωση περιλαμβάνει μέσα της τον άγνωστο «Χ» που ακούει στο όνομα ελληνικό ποδόσφαιρο. Ας δούμε τα πράγματα πιο ψύχραιμα. Τι είχαμε την Τετάρτη το απόγευμα; Δύο ντέρμπι. Η Αγία Τετράς της ποδοσφαιρικής ενδοχώρας σε πλήρη ανάπτυξη. ΠΑΟΚ-Ολυμπιακός και ΑΕΚ-Παναθηναϊκός. Κερδισμένοι σε αμφότερες τις περιπτώσεις οι γηπεδούχοι. Κανείς άλλος. Ούτε οι φίλαθλοι, ούτε η λογική, ούτε το άθλημα. Διότι, σε δύο παιχνίδια που αποτελούν υποτίθεται τον αφρό της ποδοσφαιρικής μας παραγωγής τα μοναδικά συμπεράσματα που μπορεί να βγάλει ο μέσος νοήμον άνθρωπος είναι τα εξής:
1. Η ασφάλεια στην Ελλάδα δεν διασφαλίζεται ούτε σε παιχνίδια κεκλεισμένων των θυρών. Πιθανώς γιατί το πρόβλημα δεν είναι ο κόσμος στις κερκίδες, αλλά ο κόσμος που διοικεί το σπορ. Πάλι καλά που δεν πέταξαν και κανένα πιάνο -με ουρά- στον Μιραλάς.
2. Στην Ελλάδα δεν πληρώνεται η δουλειά του καθενός, αλλά το αποτέλεσμα που φέρνει. Αυτό αποτελεί το μοναδικό κριτήριο και όλα τα υπόλοιπα περιττεύουν στις ποδοσφαιρικές συζητήσεις. Διότι, δεν μας ενδιαφέρει να δημιουργήσουμε, αλλά να κυριαρχήσουμε. Και κάπως έτσι ξαφνικά οι ύμνοι στον Βαλβέρδε γίνονται εξάψαλμοι.
3. Στην Ελλάδα ένα λάθος αρκεί για να καταστρέψει μια ποδοσφαιρική καριέρα. Ή για να καθορίσει την πορεία της. Δεύτερες ευκαιρίες δεν υπάρχουν. Και έτσι οφείλει να πορευτεί από εδώ και πέρα ο Ορέστης Καρνέζης. Κρέμασμα και «κρέμασμα».
4. Στα ποδοσφαιρική Ελλάδα η μνήμη είναι κοντή. Ο «προδότης» γίνεται «ήρωας», αρκεί τα πράγματα να πάνε καλά. Ο Δημήτρης Σαλπιγγίδης έζησε και τις δύο διαδρομές και σίγουρα βαθιά μέσα του πανηγύρισε το γκολ της πρόκρισης νιώθοντας ακόμα νωπές τις μνήμες από τα «σάλια» όσων τώρα τον γλύφουν.
5. Στην Ελλάδα η διαιτησία δεν θα γίνει ποτέ αξιοπρεπής. Όχι, γιατί τότε θα χάσει το ρόλος της -να δικαιολογεί τις εξελίξεις μέσω των «αόρατων» κέντρων που την ελέγχουν- αλλά γιατί θα χάσει την ουσία της: να αποτελεί το ιδανικό άλλοθι των ηττημένων. Ανεξαρτήτως χρώματος.