Μαλβίνα: «Αγάπα με ή σκότωσε με!»
Αυτή η φράση της Σάρα Κέην, ίσως και να σημάδεψε την Μαλβίνα Κάραλη. Την γυναίκα που δεν φοβήθηκε την έκθεση, αλλά την αντιμετώπισε με θράσος. Ισως γι’ αυτό, δεκατρία χρόνια μετά, τον θάνατό της τον προσπέρασαν τα κείμενα, τα πιστεύω, οι ιδέες της. Και η Μαλβίνα επίσης.
Ξυπνούσε νωρίς κάθε πρωί. Της άρεσε να μαγειρεύει, να γράφει, να καπνίζει. Να τρελαίνεται με τον έρωτα και το διάβασμα. Αφιέρωνε στον εαυτό της το: «Εγώ είμαι και του λιμανιού, εγώ και του σαλονιού» και πίστευε πως: «Κανείς δεν είναι πιο επικίνδυνος από αυτά τα ήσυχα, μειλίχια ανθρωπάκια, τους μικροαστούς».
Ένιωθε το: «Μην προσπαθείς να σταματήσεις τη στιγμή, μας προσπερνάει, δεν ωφελεί». Του Μάνου Χατζηδάκι.
Πίστευε: «Δεν υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, έξυπνοι και χαζοί, όμορφοι και άσχημοι, υπάρχουν μόνο άνθρωποι που αγαπήθηκαν και άνθρωποι που δεν αγαπήθηκαν».
Δήλωνε «χορτασμένη». Γίνεται να «χορτάσει» ένας τέτοιος άνθρωπος;
«Ακου φίλη, δύσκολα χωρίς αυτόν, αλλά ούτε με αυτόν. Τον διεκδίκησα όσο κανέναν. Μου τα άργησε τα χατίρια μου. Πολύ. Ακου φίλη, εγώ χωρίς αυτόν πεθαίνω, πνίγομαι. Και δε με νοιάζει τίποτα. Δεκάρα δε δίνω. Να εκτεθώ στα μάτια σου. Να εκτεθώ. Γι’ αυτό και τόσο ανοιχτά. Παντού να το πω. Φώναξε τες όλες. Να το μάθουν. Και πως το μεγαλύτερο πράγμα στον κόσμο της γυναίκας είναι να διεκδικεί και να εκτίθεται. Τα έκανα και τα δύο».
Η γυναίκα που μπορούσε να δοθεί απόλυτα στον άντρα που αγαπούσα. Να εκτεθεί, να πέσει στα πατώματα, να λυγίσει, να τα δώσει όλα: «Σου τα’ δωσα όλα για να μην έχω τίποτα, μόνον εσένα. Οφείλεις να παραχωρείς για να έχεις αυτόν που θέλεις».
Ολα τα υπόλοιπα είναι υβρεις.
«Ολα συγχωρούνται, αλλά το να θέλεις να μεταλλάξεις το κατεξοχήν απρόβλεπτο πράγμα, τον έρωτα, σε κάτι προβλεπόμενο, είναι η μεγαλύτερη ύβρις».
Την έζησε την ιστορία της; Αυτό που πίστευε πως αξίζει στη ζωή;
«Και ό, τι αξίζει στον άνθρωπο είναι να ζήσει έστω μια φορά στη ζωή του μια ιστορία της προκοπής», γράφει στο βιβλίο: «Ο άνεμος κουβάρι» ο άντρας που όσο την σημάδεψε, άλλο τόσο τον σημάδεψε, ο Διονύσης Χαριτόπουλος.
«..”Πήγαινε πιες νερό, δεν ήπιες όλη μέρα”. Και μέσα σε αυτή την ατάκα συνόψισα τα πάντα… Διόλου πια με ενδιέφερε αν θα μου φέρει ποτέ λουλούδια και τσάντα από κροκόδειλο, το ίδιο κάνει. Μόνο εκείνο το “δεν ήπιες νερό όλη μέρα”. Ήρθε και ακούμπησε πάνω στην άλλη του κουβέντα: “Σήμερα πρέπει να σε βγάλω στον ήλιο” … Αυτά είναι τα μόνα αληθινά δώρα και άντρας είναι αυτός που δεν σ’ αφήνει να ξεραθείς… Να μαραθείς. Άντρας είναι αυτός που σου διασφαλίζει μια τέτοια γυναικεία, προστατευμένη ζωή, ώστε αν χρειαστεί, να την αφηγηθείς στη μάνα σου, να μην ντραπείς, να μη σε λυπηθεί, να μην ανησυχήσει. Ιδίως να μην μπει στη λογική να σου φέρει αυτή εκείνο το ποτήρι το νερό που λέγαμε…»
Ενα ποτήρι νερό για μια ζωή.
Χόρτασε, ξεδίψασε; Εκείνη μόνον ξέρει. Εκείνη που βίωσε στη ζωή και στον έρωτα το απόλυτο κατά τη φράση της Σάρα Κέην στο «Καθαροί πια»: «Αγάπε με ή σκότωσε με».