Η κηδεία του καλού δημοσιογράφου

Συντάκτης: Footballistas Δημοσίευση: Σάββατο, 02 Ιουλίου 2011 11.00

Καμία έκπληξη δεν προκάλεσε στους παροικούντες την ποδοσφαιρική «Ιερουσαλήμ» η «σκαιά» αποκάλυψη του σκανδάλου.

Διότι, στις παρυφές της υπόθεσης οι αθλητικοί συντάκτες ψιθύριζαν επί χρόνια «I've seen things you people wouldn't believe...» και μετά σιωπούσαν, γνωρίζοντας καλά ότι δεν πρέπει να «παίζεις» με τα γουρούνια -διότι θα πέσεις στις λάσπες, θα ποδοκυλιστείς, μέχρι στο τέλος της μέρας να καταλάβεις ότι μόνο τα γουρούνια απολαμβάνουν το «παιχνίδι»... 

Τα λέμε όλα αυτά γιατί εσχάτως ο κόσμος αναρωτιέται ευλόγως: «Οι αθλητικοί δημοσιογράφοι τι έκαναν όλα αυτά τα χρόνια; Μέσα στην ποδοσφαιρική πιάτσα ζούσαν, πως είναι δυνατόν να μην είχαν αντιληφθεί τι συμβαίνει;». Η απάντηση είναι τόσο απλή που καταντάει αυτονόητη. Ασφαλώς και γνώριζαν κατιτίς παραπάνω, τουλάχιστον κάποιοι -αν όχι αρκετοί εξ αυτών-, όμως είχαν επιλέξει να ζουν μέσα στη μπόχα, αποδεχόμενοι ότι σε έναν κόσμο αγροίκων «φουσκωτών» και «μυθολογικής» παρανομίας, το καλύτερο που είχαν να κάνουν ήταν να μείνουν σιωπηλοί για να βγει το μεροκάματο. Βλέπετε, σε μια χώρα όπου οι θεσμοί είναι πιο διάτρητοι και από σουρωτήρι νοικοκυράς κι αν μάλιστα έχεις και δυο, τρία στόματα extra να θρέψεις, αφήνεις τους «δον Κιχωτισμούς» και ζεις την απόλυτη  «ιδρυματοποίηση» στο σαθρό οικοδόμημα που αποκαλούμε: ελληνικό ποδόσφαιρο. Κοινώς, «νομιμοποιείς» δια της σιωπής σου τα όσα συμβαίνουν και απλώς επιβιώνεις.

ΟΚ, αυτό βέβαια δεν λέγεται δημοσιογραφία, όμως καλό είναι να αντικρίσουμε την αλήθεια γυμνή. Την ίδια αλήθεια που λέει ότι κάποιοι δημοσιογράφοι επέλεξαν να συγχρωτιστούν με το «σύστημα» και σαν τις χωριάτισσες πάνω από το νεκροκρέβατο της Μαντάμ Ορτάνς να τσιμπολογούν κανένα ψιχουλάκι από το παράνομο στοίχημα, «βαφτίζοντας» τα «στημένα» με νέο όνομα: «σίγουρα». Ω ναι, δυστυχώς για χρόνια αυτό λειτουργούσε ως δημοσιογραφική αυτοεπιβεβαίωση, «απόδειξη» ρεπορταζιακών ικανοτήτων.

Υπήρχαν φυσικά και οι άλλοι, που δεν μπορούσαν να χωνέψουν με τίποτα αυτό το θέατρο του παραλόγου, αλλά ήταν ανήμποροι να αντιδράσουν ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων. Έτσι κουβαλούσαν τις ιστορίες τους από μπαρ σε μπαρ και από δημοσιογραφικό παρεάκι σε δημοσιογραφικό παρεάκι για να σπάει η ρουτίνα. Προσωπικά υπήρξα αμέτρητες φορές μπροστά σε διηγήσεις –κομματάκι  κινηματογραφικές είναι η αλήθεια- για παράγοντες που ακροβατούσαν ανάμεσα στον ασύδοτο πλουτισμό και τον σουρεαλισμό. Στις περισσότερες ιστορίες εξ αυτών, οι πρωταγωνιστές ήταν γνώριμοι της σημερινής δικογραφίας. Τότε βέβαια όλοι χαζογελούσαμε τσουγγρίζοντας τα ποτήρια καθώς οι ποδοσφαιρικές ιστορίες ολοκληρώνονταν όχι με το «ζήσανε αυτοί καλά...», αλλά με ένα ξερό «Ρε, δεν γίνονται πουθενά στον κόσμο αυτά…». 

Μια μερίδα αθλητικών δημοσιογράφων, πάλι, έψαξε να βρει ένα είδος ψυχοθεραπείας για να αντέξει τη ρεμούλα και το πένθιμο «ταρατατζούμ» του ελληνικού ποδοσφαίρου. Ο Βασίλης Σαμπράκος, ας πούμε, έγραψε το βιβλίο «Σκίσε το manual». Μπουχτισμένος από την ποδοσφαιρική αγραμματοσύνη και τις παραγοντικές τυφλώσεις παρακολουθούσε για χρόνια το παρασκήνιο στη σκοτεινή πλευρά του ελληνικού ποδοσφαίρου, δίχως να μπορεί να καταδείξει τα κακώς κείμενα που τον ενοχλούσαν. Κάθε προσπάθεια για έρευνα έπεφτε πάνω σε κλειστά στόματα και μαφιόζικη «omerta». Βρήκε λοιπόν έναν εναλλακτικό τρόπο για να μοιραστεί την αλήθεια που τον έτρωγε μέσα του. Έγραψε ένα διήγημα βασισμένο σε όσα συνάντησε στην καριέρα του, αλλάζοντας απλώς τα ονόματα των αληθινών προσώπων. Έτσι ο μιζαδόρος προπονητής από Βαλκάνιος έγινε ξαφνικά Γερμανός, ο παράγοντας με τα μεγάλα πούρα άλλαξε επίθετο, αλλά όχι συνήθειες και ούτω καθεξής. Όταν τον ρώτησα κάποτε γιατί έγραψε τελικά αυτό το βιβλίο, μου απάντησε: «Γιατί έπρεπε». Μεταφράζοντάς το έχω την αίσθηση ότι ο Βασίλης, όπως και πολλοί άλλοι που θα ήθελαν να σκαλίσουν το δικό τους «manual» αλλά δεν τους το επέτρεψε η ρουτίνα της καθημερινότητας, απλώς βαρέθηκε να μοιράζεται τη συνενοχή της σιωπής με τους πραγματικούς ενόχους.

Δεν λέω φυσικά σε καμία περίπτωση ότι το δημοσιογραφικό σινάφι αποτελείται από ιππότες της ηθικής, από αμόλυντους δημοσιογράφους που θα ήθελαν να κάνουν καλά τη δουλειά τους, αλλά δεν τους αφήνουν τα σκοτεινά κέντρα εξουσίας –όχι ίσα, ίσα στην υπόθεση των στημένων υπάρχουν κάμποσες «ορφανές» ευθύνες που γυρεύουν διάφορους αθλητικούς δημοσιοκάφρους. Κι ούτε η εύκολη ειρωνεία, ούτε η συγκαταβατική ανωτερότητα, ούτε φυσικά η αδιαφορία των ελιτιστών της αθλητικής πιάτσας μετριάζει αυτές τις ευθύνες. 

Προσωπικά ασκώντας την αυτοκριτική μου προτιμώ να θυμάμαι αυτή την ιστορία: Πριν από χρόνια σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, λέγοντας σε έναν μαυροφορεμένο γέροντα που καθόταν στον καφενέ ότι είμαι δημοσιογράφος, είδα στη μούρη μια έκφραση λες και αντίκριζε ξινισμένα γάλατα που ξέμειναν στο ψυγείο κανά τρίμηνο. Τον ρώτησα αμέσως «Τι έχουν οι δημοσιογράφοι, βρε παππού και κάνεις έτσι;». Μου απάντησε: «Οι καλοί, τίποτα». Και συμπλήρωσε λίγο μετά: «Κι αν θες αγόρι μου να μάθεις, αν είσαι πράγματι καλός, περίμενε μέχρι την κηδεία σου. Διότι λεβέντη μου στην κηδεία του καλού δημοσιογράφου πάει μονάχα ο παπάς»...

Κατηγορία: 4-4-3
Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στις κυριότερες ειδήσεις της ημέρας και μέσα από τη σελίδα σας στο Facebook, κάντε στη σελίδα του Onsports.gr.
Rating
(6 ψήφοι)

Το παρόν διαδικτυακό μέσο ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

1 Σχόλιο
  • γιαννης-θηβα-αεκ Σάββατο, 02 Ιουλίου 2011 13:32 Συντάχθηκε από γιαννης-θηβα-αεκ

    ποιος το εχει γραψει αυτο; μπραβο του! το πιο ειλικρινες αρθρο που εχω διαβασει απο...κ γω δε ξερω απο ποτε!

Το σχόλιο σου

Copyright © 2010 - 2016 OnSports | Όροι Χρήσης | Επικοινωνία
Monetized by DPG DIGITAL MEDIA
Βάλε το e-mail σου και κάνε click για να λαμβάνεις αποκλειστική ενημέρωση για τα πιο σημαντικά νέα, δώρα και διαγωνισμούς των websites που εκμεταλλεύεται εμπορικά η DPG DIGITAL MEDIA.