Νικοπολίδης: «Ήθελα εκδίκηση και την πήρα!»

Συντάκτης: Onsports Team Δημοσίευση: Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011 22.02

Ο Ολυμπιακός του έδωσε την ευκαιρία να εκδικηθεί τον Παναθηναϊκό και ο Αντώνης Νικοπολίδης που την αναζητούσε δεν την άφησε να πάει χαμένη.

«Ήθελα εκδίκηση», τονίζει χαρακτηριστικά ο παλαίμαχος πορτιέρο των αιωνίων στη μαραθώνια συνέντευξη που παραχώρησε στην αφιερωματική εκπομπή  «Legend Stories» της «Nova», όπου μεταξύ άλλων δεν παρέλειψε να κάνει μια αναδρομή στην ποδοσφαιρική του καριέρα, εστιάζοντας στην ταραχώδη αποχώρησή του από το «τριφύλλι», στα όσα έζησε στον Πειραιά, στο Euro 2004, αλλά και στα περίφημα γεγονότα της Ριζούπολης που σύμφωνα με τον ίδιο συμβαίνουν και σήμερα!

Αναλυτικά η συνέντευξη του Αντώνη Νικοπολίδη:

Για την οικογένειά του και την Άρτα: «Η οικογένειά μου ήταν αγροτική. Είμαι γεννημένος στην Άρτα, σ' ένα χωριό περίπου 15 χλμ. μακριά και λέγετε Βίγλα, σχεδόν μέσα στον Αμβρακικό κόλπο. Η οικογένειά μου είναι προσφυγική, η οικογένειά μου ήρθε το 1965 από τον Πόντο. Στην καταγωγή είμαστε Πόντιοι. Οι γονείς μου δούλευαν από το πρωί ως το βράδυ σε αγροτικές ασχολίες.

Εργάζονταν πολλές ώρες για να μπορέσουν να μας προσφέρουν αυτά τα λίγα. Είναι ένα χωριό, ίσως το μοναδικό στην περιοχή της Άρτας που έχει ποντιακή καταγωγή. Τα ήθη και τα έθιμα είναι από τον Πόντο. Τα έφεραν οι παππούδες μας. Ήμασταν αγαπημένοι όπως όλοι οι άνθρωποι εκεί που τους ένωναν οι δυσκολίες στο να μπορέσουν να ζήσουν την οικογένειά τους».

Για το πως «ανακάλυψε» το ποδόσφαιρο: «Το ποδόσφαιρο το ανακαλύπτω από την στιγμή που αρχίζω και κλωτσάω. Όχι μόνο εγώ, αλλά όλοι οι φίλοι μου στο χωριό. Ήταν το μοναδικό πράγμα που μπορούσαμε να κάνουμε. Είχαμε μια μπάλα, από αυτές τις πλαστικές, τις περίεργες και προσπαθούσαμε να βάλουμε γκολ, όπως όλα τα παιδιά σε αυτή την ηλικία.

Η αλήθεια είναι πως στο χωριό μου υπήρχε μια διαφορετικότητα, γιατί συνυπήρχαν Πόντιοι και ντόπιοι. Οπότε, όταν πηγαίναμε σχολείο γινόταν ένα ντέρμπι μεταξύ μας. Ήμασταν φίλοι, αλλά όταν παίζαμε χωριζόμασταν σε Νέα Βίγλα με την παλιά Βίγλα. Ήταν ένα ιδιότυπο ντέρμπι, το οποίο δεν γινόταν μόνο στο σχολείο, αλλά κλείναμε αγώνες και στην κάθε έδρα. Ήταν ένας ωραίος αγώνας, με πάθος, με ένταση. Ήταν όμως ωραία».

Για το ποια θέση έπαιζε: «Ξεκίνησα παίζοντας μέσα. Κανένα παιδί στην ηλικία των 10 ετών δεν επιθυμεί να παίζει τερματοφύλακας. Η αλήθεια είναι ότι προσπαθούσαμε να σκοράρουμε και μόλις σκοράραμε, καθόμουν τερματοφύλακας γιατί θέλαμε να κερδίσουμε τον αγώνα. Και πάντα στις δυσκολίες πάντα έπαιζα εγώ γιατί δεν είχαμε κάποιον που μπορεί να τα καταφέρει. Ήταν ντέρμπι, ήταν ζήτημα η νίκη».

Για το πότε σκέφτηκε ότι θα παίζει ως τερματοφύλακας: «Δεν μπορώ να πω ότι πέρασε ποτέ από το μυαλό μου σε αυτή τη μικρή ηλικία. Η πρώτη μου ανάγκη ήταν να αγωνιστώ στην ομάδα του χωριού. Ήταν το πιο κοντινό για μένα. Εκείνη την εποχή ήταν πολλά παιδιά στο χωριό. Δεν είχε αρχίσει η μετανάστευση των παιδιών προς την Αθήνα.

Ήταν πολλά παιδιά, άρα και ανταγωνισμός για να μπορέσεις να αγωνιστείς στην ομάδα του χωριού. Αυτή ήταν η πρώτη μου αίσθηση. Στην πορεία μου πάντα έβαζα μικρά βήματα, χωρίς να καταλάβω ότι θα γίνω επαγγελματίας. Ήθελα όμως να αγωνιστώ στην ομάδα του χωριού μου».

Για το πότε πήγε στην ομάδα της Άρτας: «Στην ομάδα της Άρτας πήγα το 1987, υπογράφω το πρώτο μου επαγγελματικό συμβόλαιο. Εκεί πλέον ήμουν τερματοφύλακας. Είχα παίξει στο χωριό, ήμουν στη Μικτή ομάδα της Άρτας, οπότε πήγα αμέσως σαν τερματοφύλακας».

Για το ποιός αποφάσισε να τον βάλει τερματοφύλακα: «Από την ηλικία δεκατριών, δεκατεσσάρων χρόνων έπαιζα τερματοφύλακας. Υπήρχε όμως ένα περιστατικό. Μια μέρα ο ξάδερφός μου που ήταν τερματοφύλακας στην ομάδα του χωριού παντρευόταν και δεν μπορούσε να είναι στον αγώνα. Και επειδή τα ονόματά μας ταιριάζανε και τότε κάνανε πλαστογραφίες, αγωνίστηκα ως Νικοπολίδης με το δελτίο του ξάδερφού μου.

Ως Νικοπολίδης Γιώργος. Φυσικά όλοι το καταλάβανε, αλλά από εκείνη την ημέρα και μετά, αισθάνθηκα ότι μου άρεσε η συγκεκριμένη θέση. Αποφάσισα να αφοσιωθώ στη συγκεκριμένη θέση. Ήταν το πρώτο πράγμα. Τυχαίο ή μοίρα δεν μπορώ να το ξεχωρίσω. Εκείνη τη μέρα όμως... φυτεύτηκε στο μυαλό μου η ιδέα να κάνω αυτό το πράγμα».

Για αν είχε στο μυαλό του να αγωνιστεί σε μια μεγάλη ομάδα όταν έπαιζε στην Άρτα: «Ναι. Όταν πήγα στην Αναγέννηση στόχος μου ήταν να αγωνιστώ. Η ομάδα έπαιζε στην Γ' Εθνική, ήταν μια ιστορική ομάδα αυτής της κατηγορίας, με πολλές παρουσίες. Ήταν μεγάλο επίτευγμα να αγωνιστείς στην ομάδα του Νομού. Έβλεπα όλα αυτά τα παιδιά που πηγαίναμε μαζί με το λεωφορείο στο σχολείο και αισθανόμουν δέος απέναντί τους. Ήξερα πόσο σημαντικό είναι να αγωνίζεσαι στην ομάδα της Άρτας.

Να είσαι επαγγελματίας και να αγωνίζεσαι εκεί. Με βοήθησαν όλοι τους. Ήταν παιδιά από διπλανά χωριά, οπότε όλοι νιώθαμε έναν συσχετισμό. Προσπαθούσαμε να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον. Οφείλω πολλά σε αυτά τα παιδιά, γιατί στην αρχή της καριέρας μου, μου δώσανε θάρρος, με πιστέψανε και μάλιστα μετά από 3-4 μήνες έγινα βασικός στην Αναγέννηση σε ηλικία 16-17 χρονών».

Για το ποιος τον ανακάλυψε και τον πήγε στον Παναθηναϊκό: «Ο κύριος Ανδρέας Παπαεμμανουήλ. Ο προπονητής της ομάδας 1988-89, ήταν μια χρονιά που η ομάδα έκανε εκπληκτική πορεία, χάσαμε την άνοδο σε μπαράζ. Ήμουν πλέον 18 χρόνων. Εκείνα τα χρόνια υπήρχε η αίσθηση να ψάχνουν ταλέντα. Αγωνιζόμουν στην Εθνική Νέων, είχα κληθεί στην Ελπίδων. Με γνώριζαν πλέον. ο κύριος Παπαεμμανουήλ εισηγήθηκε την μεταγραφή μου στον Παναθηναϊκό».

Για αν είχε άλλη πρόταση τότε: «Απ' όσο γνωρίζω, η Αναγέννηση συζητούσε με τον ΠΑΣ Γιάννινα. Το μεγαλύτερο σωματείο στην Ήπειρο, που πάντα ενδιαφερόταν για παίκτες της περιφέρειας. Ήθελε να κάνουμε κάποιες συζητήσεις, αλλά από τη στιγμή που μπήκε ο Παναθηναϊκός στο παιχνίδι, μείναμε εκεί και μεταγράφηκα σε αυτήν την ομάδα».

Για το ποιον συμβουλεύτηκε και αποφάσισε να πάει στον Παναθηναϊκό: «Δεν συμβουλεύτηκα κανέναν. Η ομάδα είχε αποφασίσει ήδη για εμένα. Μου τηλεφώνησαν σπίτι και μου είπαν ετοιμάσου, πάρε τα πράγματά σου, φεύγεις για τον Παναθηναϊκό. Βέβαια, είχα εμπειρία γιατί τον προηγούμενο χρόνο ήμουν συνέχεια σε ταξίδια με τις Εθνικές ομάδες, αλλά και την Άρτα.

Είχα μείνει πολλές φορές μόνος. Δεν είχα ιδιαίτερο πρόβλημα. Πήρα τα πράγματά μου και έφυγα για την Αθήνα. Ήρθε η διοίκηση της ομάδας και υπογράψαμε το πενταετές συμβόλαιο με τον Παναθηναϊκό, παρουσία του κυρίου Γιώργου Βαρδινογιάννη. Έφυγα αμέσως για την Παιανία. Ζούσα εκεί για τέσσερα χρόνια».

Για την πρώτη συνάντηση με τον Γιώργο Βαρδινογιάννη: «Έβλεπες έναν πρόεδρο, σε πιάνει δέος, φόβος. Άπειρος για όλα αυτά. Γνώριζα ανθρώπους που πίναμε μαζί καφέ. Εννοώ τον πρόεδρο της Αναγέννησης, τον αντιπρόεδρο. Τελείως διαφορετικές καταστάσεις. Έβλεπα έναν πρόεδρο σαν τον Γιώργο Βαρδινογιάννη. Έχουμε ακούσει τόσα, έχουν γραφτεί τόσα. Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή φοβόμουν λίγο.

Στην συνέχεια τον βλέπαμε συνέχεια. Όσο πιο πολύ τον βλέπαμε, τόσο τον συνηθίζαμε. Ήταν ένας άνθρωπος δυναμικός, αλλά συμπαθούσε τους νεαρούς ποδοσφαιριστές. Πίστευε σε αυτούς, τους έδινε θάρρος».

Για το αν του είχε δώσει κάποια συμβουλή: «Δεν μπορώ να θυμηθώ κάποια συμβουλή. Αυτό που έζησα τα πρώτα χρόνια στην  Παιανία, όταν ερχόταν ο κύριος Βαρδινογιάννης, είχε ένα χαρακτηριστικό, να σε χτυπάει στο σβέρκο, δυνατά. Ήταν ένας τρόπος έκφρασης γι' αυτόν. Προσπαθούσε να ανοίξει κάποια κουβέντα, μας ρώταγε πως περνάτε, αλλά μέχρι εκεί».

Για τις θυσίες που έχει κάνει: «Από τα 17 μου έχω κάνει πολλές θυσίες. Τέσσερα χρόνια στην Παιανία που έμεινα. Αλλά και τα μαθητικά χρόνια που έλειπα συνέχεια από διάφορες εκδηλώσεις λόγω προπονήσεων. Από τα 18 μέχρι τα 23 μου, η ζωή μου ήταν Παιανία-γήπεδο-Παιανία. Εκεί ζούσα, μέσα στην Παιανία. Εγώ και ο φίλος μου ο Γιώργος Καλπάκης, ένα παιδί που είχε έρθει από το Κιλκίς.

Κοιμόμασταν στο ίδιο δωμάτιο. Θυσιάζαμε πολλά πράγματα για να κάνουμε την καριέρα μας. Κατάφερα πραγματοποιήσω το όνειρό μου, να ξεφύγω, να κάνω μια καριέρα που ονειρευόμουν. Άλλα παιδιά δεν μπόρεσαν, αλλά και αυτοί θυσίασαν πολλά. Με την ίδια σκληρή δουλειά δεν μπορούσαν να πετύχουν.
Είτε από ατυχία, είτε από λάθος επιλογές, αλλά είναι σκληρό. Να βλέπεις τους φίλους σου να είναι έξω, να πηγαίνουν την βόλτα τους στην πλατεία, όπως ζούσαμε εμείς στην Άρτα. Να γνωρίζουν κοπέλες. Σκεφτείτε ένα παιδία 18 χρόνων να είναι μέσα στην Παιανία. Δεν μπορεί να οδηγήσει, να φύγει από την Παιανία να πάει να δει τους συγγενείς του που έμεναν μακριά. Ήταν δύσκολο για μένα να κυκλοφορήσω. Έπρεπε να περάσουν 4 χρόνια για να μπορέσω να μπω στο ρυθμό της πόλης».

Για το αν τον «έπνιξε» όλη αυτή η κατάσταση: «Ναι, με κούρασε γιατί δεν μπορούσα πλέον. Με κούρασε να ζω συνέχεια στην Παιανία. Μου δημιουργούσε πρόβλημα γι' αυτό και σε ηλικία 22 χρόνων αποφάσισα να φύγω από την Παιανία».

Για το ντεμπούτο του με τον Παναθηναϊκό: «Το ντεμπούτο μου το θυμάμαι. Αν και πολλοί το μπερδεύουν, το ντεμπούτο μου είναι στο Χαριλάου. Έχω παίξει ένα ημίχρονο στην Τούμπα, στο μοναδικό League Cup παιχνίδι που έγινε το 1989, το επόμενο παιχνίδι ήταν μέσα στο Χαριλάου με τον Άρη, 1-3 νίκη για τον Παναθηναϊκό».

Για το αν ήταν έτοιμος για το ντεμπούτο του: «Δεν ήμουν έτοιμος, δεν μου είχε μιλήσει κανείς. Ίσως καλύτερα, γιατί θα μπορούσε να μου είχε δημιουργήσει και πρόβλημα άγχους. Γιατί πίστευα ότι δεν θα μπορούσα να χρησιμοποιηθώ. Απλώς το άκουσα στην ομιλία. Ήταν καλύτερο που το άκουσα εκεί. Δεν πρόλαβα να το καλοσκεφτώ. Μπήκα στο γήπεδο, στα πρώτα λεπτά πάντα έχεις άγχος, αλλά όσο περνούσε ο χρόνος ένιωθα καλύτερα. Εξακολουθούσα να πιστεύω πως δεν ήμουν έτοιμος».

Για το ποιες ήταν οι σκέψεις του κάτω από την εστία σε εκείνο το παιχνίδι: «Δεν σκεφτόμουν τίποτα, πιο πολύ σκέφτηκα μετά το παιχνίδι. Αντώνη είσαι βασικός στην ομάδα, πιστεύει σε σένα. Τα είχα λίγο χαμένα. Στην ώρα του παιχνιδιού δεν μπορείς να σκεφτείς πολλά πράγματα. Το χειρότερο είναι μετά, το τι κάνεις μετά. Πως θα το διαχειριστείς. Το αν θα συνεχίσεις να αγωνίζεσαι, το τι θα γίνει μετά... Είναι ερωτήματα που μπαίνουν στο μυαλό σου. Και όταν το επόμενο παιχνίδι είναι μέσα στο Καραϊσκάκη με τον Ολυμπιακό, λες θα παίξω δεν θα παίξω; Ήταν ένα τεστ δοκιμής».

Για τον τραυματισμό του στον αγώνα με τον Ολυμπιακό στο Καραϊσκάκη: «Περίεργο παιχνίδι. Ήταν από τα ωραία ματς, γιατί υπήρχαν φίλαθλοι και των δύο ομάδων, κάτι που λείπει τώρα από το ελληνικό ποδόσφαιρο. Καλώς λείπει θα έλεγα, αλλά είναι ωραία αυτή η ατμόσφαιρα. Στο ένα πέταλο ήταν οι οπαδοί του Παναθηναϊκού, σε όλο το άλλο γήπεδο του Ολυμπιακού.

Αν και ξεκίνησε πολύ ήρεμα, εκεί στο 65' άρχισε να γίνετε ένας πετροπόλεμος από την θύρα των οπαδών του Ολυμπιακού. Δεν κατάλαβα τον λόγο. Γιατί συμβαίνει, γιατί όχι. Κάποια στιγμή ακούστηκε το σύνθημα είναι στημένο γιατί τα γκολ έμπαιναν εκατέρωθεν. Δέχθηκα μία πέτρα, στον αυχένα. Ζαλίστηκα. Έγινα αλλαγή. Και μέσα στα αποδυτήρια αργότερα έμαθα ότι το παιχνίδι τελείωσε 4-3 και όλα τα επακόλουθα».

Για το τι σκέφτηκε όταν πήγε σπίτι μετά το πρώτο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό και την πέτρα που δέχθηκε: «Ήμουν στεναχωρημένος γιατί δεν ήθελα να συνδυάσω το πρώτο μου παιχνίδι εναντίον του Ολυμπιακού με όλες αυτές τις καταστάσεις. Ήταν ένα παιχνίδι που είχε σχέση με το ποδοσφαιρικό κομμάτι, με όλες αυτές τις πέτρες μα εκτοξεύονται. Ήθελα να παίξω στο ντέρμπι, να το απολαύσω. Είναι από τα πράγματα που όταν ξεκινάς λες να παίξω σε ένα ντέρμπι Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού. Είναι όνειρο. Δεν το ευχαριστήθηκα όμως, γιατί δεν το περίμενα έτσι».

Για την πρώτη χρονιά στον Παναθηναϊκό, όπου πανηγύρισε την κατάκτηση του πρωταθλήματος: «Βέβαια το ευχαριστήθηκα πολύ. Ήταν το 1990, είχα αγωνιστεί 6 ή 7 παιχνίδια, τα οποία ήταν και τα τελευταία. Το πιο κρίσιμο παιχνίδι ήταν στο Βόλο, όπου κερδίσαμε 2-1, με τον φίλο μου τον Γιώργο Καλπάκη να πετυχαίνει ένα ωραίο γκολ, το ευχαριστήθηκα δύο φορές γιατί με αυτό το γκολ πήραμε τη νίκη. Ήταν διπλή χαρά γιατί πήραμε το πρωτάθλημα, αλλά και ο φίλος μου σκόραρε σε ένα σημαντικό αγώνα».

Για τα χρόνια στην σκιά του Γιόζεφ Βάντσικ: «Ήταν χρόνια πιστεύω δημιουργικά για μένα. Αν και πολλοί πιστεύουν ότι ήταν 'νεκρά' χρόνια, για μένα ήταν δημιουργικά. Με την έννοια ότι στην ομάδα ήρθε ένας μεγάλης αξίας τερματοφύλακας, όπως ο Βάντσικ. Τα πρώτα χρόνια ήμουν και εκτός ομάδας, εκτός 16αδας. Αυτό που έκανα ήταν να ετοιμάζομαι. Είχα την τύχη να μας προπονεί ένας μεγάλος δάσκαλος, ο Τάκης Οικονομόπουλος. Μάθαινα. Γιατί η θέση του τερματοφύλακα, έχει μυστικά, έχει πολλά μυστικά.

Ήμουν τυχερός, είχα δίπλα μου έναν δάσκαλο. Θα πει κανείς πως και η εμπειρία σε κάνει καλό. Πίστευα ότι είτε στον Παναθηναϊκό, είτε σε κάποια άλλη ομάδα στα 23 μου, στα 24, έχοντας ετοιμαστεί και ξέροντας τι πρέπει να κάνω, θα παίξω και θα αποδείξω την αξία μου. Από το 1993, 1994, πλέον ήμουν δεύτερος τερματοφύλακας του Παναθηναϊκού, κάτι που για μένα ήταν μεγάλη επιτυχία. Ήταν πρόοδος επαγγελματικά.

Είχα μπροστά μου έναν τεράστιο τερματοφύλακα, άρα τι έπρεπε να κάνω; Να προσπαθήσω να τον φτάσω. Να συγκριθώ μαζί του. Πράγμα δύσκολο, διότι προπονητικά μπορεί να τον φτάνω, αλλά είχε πολλές εμπειρίες. Ήμουν πίσω σε αυτό. Όμως συνέχισα στον ίδιο δρόμο.

Να συγκριθώ μαζί του, έστω στην προπόνηση. Για μένα ήταν μεγάλο πράγμα. Για πολλά χρόνια ήμασταν μαζί σαν δίδυμο. Μου έκανε καλό γιατί είχα να ανταγωνιστώ έναν μεγάλο τερματοφύλακα. Και το έβλεπα σαν ένα εμπόδιο που πρέπει να φτάσω και να περάσω. Αυτή ήταν η σκέψη μου. Αυτός ήταν ο στόχος μου. Περίμενα την ευκαιρία που αργά ή γρήγορα θα μου παρουσιαζόταν».

Για την σχέση του με τον Βάντσικ: «Πολύ καλή. Πάντα είχαμε καλή σχέση. Νομίζω ότι αυτό μπορείτε να το δείτε από όλα τα χρόνια που ήμασταν μαζί. Και τα 7 χρόνια που παίζαμε μαζί, ήταν συμβουλευτικός μαζί μου. Και τώρα τον συναντώ. Έχει μια Ακαδημία, που τυχαίνει να είναι και ο γιος μου εκεί και μάλιστα τον προπονεί. Έχει και αυτός το όνειρο να παίξει τερματοφύλακας. Τον βλέπω και μιλάμε αρκετές φορές μαζί».

Για το εάν του προτάθηκε να παραχωρηθεί δανεικός: «Δεν μου είπε ποτέ η ομάδα είναι καλό να πας να παίξεις εκεί. Πράγματα που γινόταν γύρω μου. Υπήρχαν παιδιά που κατά καιρούς τους καλούσαν και τους έλεγαν είναι καλύτερο να πας εκεί, να παίξεις, να πάρεις παιχνίδια. Ποτέ τους δεν μου είπαν κάτι τέτοιο. Και αυτό με έκανε να πιστεύω ότι και αυτοί πιστεύουν σε μένα. Είτε ο προπονητής, είτε η διοίκηση, πίστευαν σε μένα. Και για αυτό δεν μου το πρότειναν ποτέ».

Για τον Ίβιτσα Όσιμ: «Ήταν κάτι ξεχωριστό απ' όσα είχαμε γνωρίζει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Για την εποχή του ήταν πραγματικά πολύ μπροστά. Και προπονητικά, αλλά ήταν ένας ιδιαίτερα σκληρός και απαιτητικός άνθρωπος. Αυτά που ήθελε να περάσει, κάναμε 2-3 μήνες και μέσα από συγκρούσεις με κάποιους παίκτες για να τα καταφέρει. Ήταν κάτι ξεχωριστό. Ήταν κάτι ιδιαίτερο για μένα. Υψηλών προδιαγραφών προπονητής».

Για το αν σκέφτηκε να τα παρατήσει: «Σε καμία περίπτωση. Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό. Κοιτούσα γύρω μου. Πίστευα ότι μπορώ να αγωνιστώ σε αυτό το επίπεδο που έπαιζαν και άλλοι. Η διαφορά με τους άλλους είναι ότι είχα μπροστά μου τον Βάντσικ, τον καλύτερο τερματοφύλακα. Ενώ οι άλλοι δεν είχαν μπροστά τους κάτι. Θα πεις γιατί δεν φεύγεις να παίξεις αλλού;

Πίστευα ότι μπορώ να κερδίσω περισσότερα πράγματα. Μπορεί να μην έπαιζα, αλλά ήμουν σε μια ομάδα που έκανε πρωταθλητισμό, που έκανε ευρωπαϊκές πορείες. Μέσα από αυτά κερδίζεις εμπειρίες. Όταν θέλεις να κερδίσεις κάτι, μπορείς να τα κερδίσεις και χωρίς να αγωνίζεσαι. Το πιστεύω αυτό».

Για το σημαντικότερο παιχνίδι στην καριέρα του: «Τα σημαντικότερα παιχνίδια στο ξεκίνημα της καριέρας μου, είναι αναμφίβολα τα δύο παιχνίδια με την Χάιντουκ Σπλιτ. Το 95-96. Αυτά που μου έδειξαν τον δρόμο, ότι βαδίζω σωστά και ότι είναι θέμα να αποδείξω αυτό που αξίζω. Το 0-0 στο Ολυμπιακό Στάδιο, χωρίς κόσμο και το 1-1 στη Ριέκα, λόγω πολέμου, που μας έδωσε την πρόκριση στο Champions League και στη συνέχεια ακολούθησε η ξέφρενη πορεία μέχρι τα ημιτελικά. Ήταν τα παιχνίδια ορόσημο στην καριέρα μου.

Από εκεί και πέρα πίστευα πως θα πηγαίνω προς τα πάνω και ότι θα γίνω βασικός τερματοφύλακας του Παναθηναϊκού και της Εθνικής ομάδας, όσο και αν χρειαζόταν να περιμένω. Πίστευα ότι στην Ελλάδα μπορώ να τα καταφέρω. Το πρόβλημα εκείνη την εποχή για τον Παναθηναϊκό ήταν ότι έπρεπε να πρωταγωνιστεί και στην Ευρώπη. Είναι δύσκολο να σταθείς εκεί. Εκεί ήταν το μέτρο σύγκρισης. Αν μπορείς να σταθείς σε αυτό το επίπεδο. Αν μπορούσες να το κάνεις αυτό, μπορούσες και τα υπόλοιπα».

Για το εάν χαιρόταν τις επιτυχίες του Παναθηναϊκού όταν αυτός δεν αγωνιζόταν: «Βέβαια χαιρόμουν. Ήμουν μέλος μιας ομάδας, μιας μεγάλης επιτυχίας. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι τα παιδιά που ήταν το 2004 στην αποστολή δεν χαρήκαν επειδή δεν έπαιζαν. Πιστεύω ότι το χάρηκαν παραπάνω, ήμασταν μια γροθιά και έτσι μπορείς να φτάσεις σε μεγάλες επιτυχίες.

Όπως η νίκη επί του Άγιαξ, το 0-1 στο Άμστερνταμ.  Και θα χαιρόμασταν παραπάνω αν θα μπορούσαμε να αγωνιστούμε στον τελικό. Θα ήταν μια τεράστια επιτυχία. Δεν μπορείς. Είναι τέτοια χαρά που ακόμα και αν δεν αγωνιστείς δεν παίζει κανένα ρόλο».

Για το εάν είναι κάποιο ιδιαίτερο από τα τρία πρωταθλήματα με τον Παναθηναϊκού μέχρι το 1996: «Αυτό που σκέφτεσαι είναι ότι έχεις πάρεις τρία πρωταθλήματα, είναι μια επιβράβευση για την ομάδα. Καταρχήν χαίρεσαι για την ομάδα. Νιώθεις ότι δεν έχεις αγωνιστεί, ότι δεν έχεις προσφέρει τόσο, αλλά πάντα ένας αθλητής αισθάνεται καλύτερα όταν παίρνει ένα πρωτάθλημα έχοντας αγωνιστεί ή είναι ο ίδιος πρωταγωνιστής».

Για το σκάνδαλο με τη Ντιναμό Κιέβου που σημαδεύτηκε από τη δωροδοκία του διαιτητή: «Ήταν ακριβώς μετά τον αγώνα στη Ριέκα. Ο Ρότσα μου έδωσε ξανά την ευκαιρία, καθώς ο Βάντσικ προερχόταν από τραυματισμό. Αλλά έγινε και αυτό. Έπαιξα ένα παιχνίδι στο Champions League και δεν μέτρησε. Ήταν φανταστικό, σ' ένα γήπεδο με 100.000 κόσμο στο Λομπανόφσκι. Αυτό που έζησα στην Ριέκα, όπου οι οπαδοί ήταν ένθερμοι, το κλίμα λόγω του πολέμου, έκανε το κόσμο 'καυτό'. Εκεί ήταν πιο 'πολεμική' ατμόσφαιρα, απ' ότι στο Λομπανόφσκι. Εκεί ήταν πολύ πιο ήρεμα τα πράγματα».

Για την περίοδο που κυριαρχούσε ο Ολυμπιακός: «Το τελευταίο πράγμα που μπορούσαμε να σκεφτούμε ήταν η ισχυροποίηση του Ολυμπιακού. Είχαμε τα δικά μας προβλήματα. Δεν μπορούσαμε να βγούμε ούτε στην Ευρώπη. Είχαμε τα δικά μας εσωτερικά προβλήματα. Προερχόμασταν από μια πολύ μεγάλη επιτυχία την προηγούμενη χρονιά και βλέπαμε σχεδόν την ίδια ομάδα, αποδυναμωμένη από 2-3 παίκτες και να μη μπορεί να ανταποκριθεί. Αυτό που κοιτούσαμε όλοι ήταν ότι η ομάδα δεν πήγαινε καλά.

Το πρωτάθλημα ήταν πολύ μακριά από εμάς. Δεν ήταν ότι διεκδικούσαμε το πρωτάθλημα. Πλέον εμείς μέχρι το τελευταίο παιχνίδι παίζαμε για το αν θα βγούμε στην Ευρώπη ή όχι και δεν τα καταφέραμε. Ήταν μια πολύ κακή χρονιά. Πιστεύω αν συνυπολογίσουμε την προηγούμενη χρονιά, τα παιδιά έμειναν από δυνάμεις. Τα είχαν δώσει όλα την προηγούμενη σεζόν. Είχαν πάρει νταμπλ. Είχαμε φτάσεις στα ημιτελικά. Κάπου χάνετε η αποφασιστικότητα, το πάθος όταν έχεις κάνει μια τέτοια σεζόν. Πέσαμε σε μια πολύ κακή χρονιά».

Για τη στιγμή που αντιμετωπίστηκε ως ισάξιος με τον Βάντσικ: «Είναι η στιγμή που έχω απαιτήσεις από τον εαυτό μου γιατί πρέπει να αγωνίζομαι. Ποτέ δεν είχα πρόβλημα με τον Βάντσικ. Πάντα φτάνει η στιγμή που απαιτείς να παίζεις λόγω της απόδοσής σου στην προπόνηση, στους αγώνες. Απαιτείς ότι μπορείς να είσαι βασικός. Ο Γιόζεφ δεν ήταν στην κατάσταση που ήταν τα τελευταία χρόνια. Εγώ ένιωθα πιο δυνατός, πατούσα πιο καλά στο γήπεδο και απαιτούσα να αγωνίζομαι. Αισθάνομαι ότι πλέον διεκδικώ επί ίσους όρους τη θέση του βασικού».

Για το αν άξιζε αυτή η ταλαιπωρία: «Άξιζε. Γιατί απέκτησα πολλά πράγματα, γιατί πήρα και από τον Γιόζεφ πολλά πράγματα. Το πως μπορείς να διαχειρίζεσαι τη θέση σε μια μεγάλη ομάδα, πως να διαχειρίζεσαι μια κακή εμφάνιση, μια κακή περίοδο. Το πως μπορείς να προστατεύσεις τον εαυτό σου. Είναι πράγματα τα οποία όταν αγωνίζεσαι οφείλεις να τα παρατηρείς και να τα ενσωματώνεις. Να κρατάς τα θετικά. Αυτός ήταν ο οδηγός».

Για το αν θα άλλαζε κάτι στα πρώτα χρόνια της καριέρας του: «Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να απαντήσω με σιγουριά. Ίσως στα 21, 22 να έπρεπε να φύγω από τον Παναθηναϊκό. Μετά δεν μπορούσα να φύγω. Να πήγαινα σε άλλη ομάδα, όχι σαν δανεικός. Νομίζω αν θα αγωνιζόμουν πιο νωρίς, θα έπαιζα πιο νωρίς».

Για το πρωτάθλημα που χάθηκε στα ντέρμπι από ΑΕΚ και Ολυμπιακό: «Αν δεν κάνω λάθος η συγκεκριμένη χρονιά, ήταν μια χρονιά ανανέωσης για την ομάδα. Με αποτέλεσμα να λείπει η εμπειρία και η δυναμική των προηγούμενων χρόνων. Ο Παναθηναϊκός πρέπει να δημιουργήσει μια νέα ομάδα, μια νέα κατάσταση, με αποτέλεσμα και ο Ολυμπιακός να παρουσιάζεται πιο δυνατός από πέρυσι. Ουσιαστικά χάσαμε ένα πρωτάθλημα για το οποίο δεν ήμασταν έτοιμοι να διεκδικήσουμε παρότι το παλέψαμε μέχρι το τέλος».

Για το χαμένο πέναλτι του Γιοβάνοβιτς στο Παναθηναϊκός-Ηρακλής 1-0 τον Μάιο του 1998: «Δεν το θυμάμαι καν... Έχω μια εικόνα, αλλά δεν θυμάμαι πολλά. Στα πέναλτι ήμουν πολύ κακός. Δεν είχα καλή αίσθηση, δεν πίστευα ποτέ στα πέναλτι, ότι η διάκριση ενός τερματοφύλακα θα έρθει μέσα από τις αποκρούσεις των πέναλτι. Και ακόμα δεν την πιστεύω. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι κάποιος θα αποκτήσει έναν τερματοφύλακα επειδή έπιασε δύο πέναλτι. Δεν το χα ποτέ στο μυαλό μου».

Για το αν ένιωθαν την ισχυροποίηση του Ολυμπιακού: «Πλέον το αισθανόμασταν. Βλέπαμε ότι ο Ολυμπιακός και μέσω των μεταγραφών, αλλά και την δυναμική που έχει, είναι δύσκολός αντίπαλος πλέον που πρέπει να καταβάλουμε περισσότερα για να τον νικήσουμε».

Για τους καλύτερους αντιπάλους: «Θεωρώ μεγάλο αντίπαλο, αν και δεν τον αντιμετώπισα, παρά μόνο στα οικογενειακά διπλά, τον Κριστόφ Βαζέχα. Ένας παίκτης τοπ για μένα. Ευτυχώς δεν τον είχα αντίπαλο. Θεωρώ μεγάλο σκόρερ  και επικίνδυνο ποδοσφαιριστή, τον Ραούλ. Πιστεύω πως όσες φορές τον αντιμετωπίσαμε με την Ρεάλ, αλλά με την Εθνική Ισπανίας, ήταν ο παίκτης που πίστευα βλέπει το τέρμα από όποια γωνία και αν βρεθεί.
Πράγμα σπάνιο. Και ο Βαζέχα το είχε αυτό, για αυτό τον έκανε ιδιαίτερο. Ήταν παίκτες που σε όποια γωνία βρισκόταν ήξεραν που είναι το τέρμα, ο τερματοφύλακας. Είναι το μόνο που φοβόμουν. Πιο μεγάλος παίκτης που έχω αντιμετωπίσει είναι ο Ζινεντίν Ζιντάν. Τον χαιρόμουν να τον βλέπω σαν αντίπαλο».

Για τον Χουάν Ραμόν Ρότσα και την επιστροφή του το 1998: «Είναι ένας άνθρωπος ψυχολογίας, που μπορεί να τονώσει τους παίκτες, αλλά και να τους αναδείξει. Παρότι είχε φύγει ήταν πάντα κοντά στην ομάδα. Ήρθε στο εξάμηνο. Ήταν μια λύση προκειμένου η ομάδα να αποκτήσει αυτοπεποίθηση γιατί υπήρχε το πρωτάθλημα και το Κύπελλο».

Για την ήττα από τον Ολυμπιακό στον τελικό του Κυπέλλου το 1998: «Ήταν ένας αγώνας που ξεκίνησε με τις καλύτερες προδιαγραφές για την ομάδα και τελικά το χάσαμε. Αυτά συμβαίνουν. Καμιά φορά όταν ο αντίπαλος παίζει με 10 είναι πιο συγκεντρωμένος και πιο δυνατός. Ίσως και εμείς δεν ήμασταν καλύτεροι ή πιστέψαμε ότι στην αποβολή θα πάρουμε πιο εύκολα το παιχνίδι.

Η αλήθεια είναι ότι όλοι εκείνη την περίοδο, πίστευαν ότι ο Παναθηναϊκός προσπαθεί αν φτιάξει ξανά ομάδα. Ακόμα και τα παιδιά που έπαιζαν δεν είχαν τις εμπειρίες μεγάλης ομάδας. Βρισκόταν σε μεταβατικό στάδιο. Ο Ολυμπιακός αυτά τα χρόνια ήταν πιο δεμένος, με ίδιο προπονητής τον Μπάγεβιτς. Ήταν πιο έτοιμος από εμάς».

Για τη σχέση του με τον Γιόζεφ Βάντσικ, όταν έγινε βασικός ο Νικοπολίδης: «Σίγουρα ο Γιόζεφ είχε μάθει να είναι ο βασικός τερματοφύλακας, αλλά πιθανότατα και αυτός έχει καταλάβει ότι και αυτός δεν είναι όπως τα προηγούμενα χρόνια. Συν το γεγονός ότι εγώ ένιωθα δυνατός, ότι παίζω καλύτερα σε όλο το χρόνο. Η σχέση μας ήταν πάντα καλή. Δεν είχα ποτέ κανένα πρόβλημα. Ακόμα και σήμερα. Δεν είχαμε να χωρίσουμε τίποτα. Οι διαφορές μας ήταν μέσα στο γήπεδο».

Για το πρωτάθλημα που χάθηκε τη σεζόν 1999-2000 με τον Γιάννη Κυράστα προπονητή: «Και βέβαια το άξιζε ο Παναθηναϊκός το πρωτάθλημα. Φυσικά χάθηκε στο 2-2 με τον Ολυμπιακό στο Ολυμπιακό Στάδιο. Προηγηθήκαμε δύο φορές και ισοφαριστήκαμε δύο φορές. Πλέον εκείνη η ομάδα με την καθοδήγηση, την πειθαρχία που είχε ο κύριος Κυράστας, ο Παναθηναϊκός είχε δείξει ένα άλλο πρόσωπο. Ήταν πολύ καλύτερος. Εμπιστεύτηκε τα νέα παιδιά. Τον Μπασινά, τον Καραγκούνη, τον Γκούμα, που προέρχονταν από τις Ακαδημίες του Παναθηναϊκού και την προηγούμενη χρονιά είχαν παίξει σε κάποια ματς.
Πλέον ήταν έτοιμοι και με τη σωστή καθοδήγηση του κυρίου Κυράστα η ομάδα όλο το χρόνο ήταν μέσα στο πρωτάθλημα, αλλά σε αυτόν τον αγώνα, αυτή η ισοπαλία μας κόστισε τον τίτλο. Αν και θυμάμαι η ήττα στην Παναχαϊκή με 1-0 μας έφερε σε πιο δύσκολή θέση. Ακολούθησε το ντέρμπι και έπρεπε να κερδίσουμε οπωσδήποτε. Αν τα καταφέρναμε νομίζω πως θα παίρναμε και τον τίτλο γιατί είχαμε πιο εύκολο πρόγραμμα. Εκείνο το ντέρμπι δεν το κερδίσαμε, αν και πιστεύω πως ήμασταν καλύτεροι».

Για τον λόγο που εκείνη τη χρονιά δεν πήρε τον τίτλο: «Χάσαμε παιχνίδια με τις μικρές ομάδες. Κάναμε λάθη. Νομίζω χάσαμε μέσα στην Προοδευτική που αν και ήμασταν σε καλή κατάσταση, χάσαμε τον αγώνα. Ένας αγώνας που μας στοίχισε. Ήταν ένα πρωτάθλημα που με λάθος είτε του Παναθηναϊκού, είτε του Ολυμπιακού ο άλλος μπορούσε να τον προσπεράσει. Κάναμε δύο λάθη, μία ήττα στην Προοδευτική, μία στην Παναχαϊκή, ο Ολυμπιακός μας πέρασε έναν βαθμό. Ήταν παιχνίδι με παιχνίδι. Αρκετά δύσκολο πιστεύω».

Για την αλλαγή στα διοικητικά του Παναθηναϊκού και την αποχώρηση του Γιώργου Βαρδινογιάννη: «Ο Παναθηναϊκός μπαίνει σε ένα διαφορετικό πλάνο. Έρχεται ένας νέος άνθρωπος, με μια τελείως διαφορετική προσέγγιση και του ποδοσφαίρου και του επαγγελματισμού. Γιατί ένας τεχνοκράτης που ασχολείται πέρα από τα μεταγραφικά και την ομάδα, τα διαφημιστικά κ.τ.λ. γίνετε μια μεγάλη επένδυση στον Παναθηναϊκό.

Έρχονται παίκτες ακριβοί, μ' ένα πλάνο ουσιαστικά τριετίας για να μπορέσουμε να ανατρέψουμε την κατάσταση και ο Παναθηναϊκός να κατακτήσει το πρωτάθλημα. Αυτός ήταν ο βασικός στόχος. Η αλήθεια είναι ότι τα πιο νέα παιδιά δεν είχαν γνωρίσει τον Γιώργο Βαρδινογιάννη, εγώ ήμουν μια δεκαετία. Ήταν μια περίεργη αλλαγή για μένα, ένα περίεργο συναίσθημα γιατί είχαμε συνεργαστεί πολύ καλά».

Για το αν μίλησε μαζί του: «Όχι, όχι, δεν μίλησα καθόλου μαζί του. Απλώς, επειδή όλα αυτά τα χρόνια ήμουν συνέχεια αρχηγός της ομάδας, πάντα βρισκόμασταν και συζητούσαμε για τα προβλήματα της ομάδας, για τα πριμ, τις αρμοδιότητες που έχει η τριάδα των αρχηγών. Καθόταν και άκουγε τα προβλήματα της ομάδας. Δεν είχαμε ποτέ οικονομικά προβλήματα.

Το ότι φτιάχναμε τετράδες αγώνων, είχαμε διάφορα να συζητήσουμε. Ρωτούσε πως είναι το κλίμα στην ομάδα. Τι προβλήματα αντιμετωπίζουμε. Προσπαθούσε μέσω των αρχηγών να μάθει το κλίμα, αλλά και πως είναι οι σχέσεις μεταξύ των ποδοσφαιριστών. Τον ενδιέφερε πάρα πολύ αυτό. Ήθελε να έχει τους παίκτες ενωμένους. Και δεν το λέμε απλά για να το πούμε. Πραγματικά, ήθελε οι παίκτες μεταξύ τους να είναι δεμένοι. Υπήρχαν και πολλοί Έλληνες. Πίστευε, μια τέτοια ομάδα, δεμένη, με καλό συναίσθημα μπορεί να πετύχει πολλά πράγματα».

Για την περίοδο 2000-01 και τις εμπειρίες από τους αγώνες του Champions League: Όταν παίζεις στο Champions League είναι μαγεία. Είναι κάτι διαφορετικό. Το ελληνικό πρωτάθλημα, είτε λόγω ποιότητας, είτε συνθηκών, γηπέδων, καταστάσεων, είναι υποβαθμισμένο. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Όχι ότι δεν έχει δυσκολίες, είναι πολύ δύσκολο πρωτάθλημα. Το Champions League είναι διαφορετικό.

Είχαμε την φιλοδοξία να αγωνιστούμε στα ευρωπαϊκά γήπεδα. Να φύγουμε από την Ελλάδα. Ήταν οι χρονιές που πολλά παιδιά προσπαθούσαν να κάνουν το ευρωπαϊκό βήμα και από τον Ολυμπιακό και από την ΑΕΚ. Και το έκαναν αρκετοί. Ήταν το σκαλοπάτι για εμάς. Είτε για να μας δούνε, είτε για να πάρουμε μια μεταγραφή. Επίσης, μας έβλεπε όλη η Ευρώπη, τα γήπεδα που αγωνιζόμασταν. Σου έβγαζε έναν καλύτερο εαυτό.

Νομίζω αυτό το στοιχείο πρέπει να μπει στο ελληνικό πρωτάθλημα. Να δημιουργηθούν γήπεδα, εγκαταστάσεις. Έτσι, ώστε και ο ποδοσφαιριστής και ο φίλαθλος να αισθάνεται ότι παίζει σ' ένα γήπεδο, όπως είναι το 'Καραϊσκάκη'. Ό,τι παιχνίδι και αν γίνει εκεί και μέτριο να είναι, λόγω της ατμόσφαιρας αισθάνεσαι ότι βλέπεις ένα καλό παιχνίδι. Πολλές φορές συμβαίνει».

Για το αν σκέφτηκε να πάρει μεταγραφή στο εξωτερικό: «Με απασχόλησε πάρα πολύ. Ήθελα να παίξω στο εξωτερικό. Είτε γιατί ορισμένα πράγματα δεν μου άρεσαν στην ομάδα εκείνη την εποχή. Ήθελα να φύγω. Προσπάθησα να κάνω μεταγραφή. Έφτασα κοντά να το πετύχω. Η μοναδική προσφορά που είχα ήταν από τη Μπόλτον. Νομίζω τον Μάρτιο του 2002, αλλά ήταν η μοναδική που είχα από μια ομάδα που αγωνιζόταν στην Τσάμπιονσιπ και ήθελε μέσω των μπαράζ να ανέβει στην Premier League.

Ήταν μια επίσημη προσφορά. Η αλήθεια είναι ότι προσπάθησα πολύ, μίλησα με τον κύριο Φιλιππίδη. Του ζήτησα να με αφήσει να φύγω γιατί ήταν μια συμφέρουσα πρόταση και για τον Παναθηναϊκό, αλλά αρνήθηκε και το θέμα έμεινε κάπου εκεί».

Για αν κάποιος παίκτης διαλέγει παιχνίδια: «Όχι, αυτό δεν γίνεται. Μπορεί να γίνει μόνο με την έννοια ότι παίζεις στην Ελλάδα και στο 60' είσαι 3-0. Εκεί μπορείς να κρατήσεις δυνάμεις. Βέβαια, στον Παναθηναϊκό παίζαμε Κυριακή, είχαμε άσχημο αποτέλεσμα, την Τετάρτη Ευρώπη θετικό, την Κυριακή πάλι αρνητικό στο πρωτάθλημα. Πάντα υπήρχε αυτή η κατάσταση.

Πολλοί άνθρωποι, αλλά και ρεπόρτερ του Παναθηναϊκού μας κατηγορούσαν ότι διαλέγουμε παιχνίδια με μόνο σκοπό τη μεταγραφή μας και ότι δεν μας ενδιαφέρει το πρωτάθλημα. Αλλά φυσικά αυτή δεν είναι η πραγματικότητα».

Για τον Κώστα Χαλκιά, ο οποίος ήταν δεύτερος τερματοφύλακας του Παναθηναϊκού: «Να πούμε την αλήθεια... Ο Κώστας ήταν ένας τερματοφύλακας που πάντα διεκδικούσε τη θέση του βασικού. Λειτουργούσαμε λίγο έως πολύ ανταγωνιστικά. Δεν υπήρχε ας πούμε αυτή η διαφορά ηλικίας που είχα με τον Γιόζεφ. Ήμασταν πιο κοντά στην ηλικία. Ήταν μια ανταγωνιστική θέση.

Δεν μπορώ να πω ότι είχαμε και τις καλύτερες σχέσεις. Οπότε, δεν μπορούσα να λειτουργήσω συμβουλευτικά μαζί του. Συμβουλευτικά ήμουν απέναντι στον Στέφανο Κοτσόλη, στον Τζόρβα που τότε ήταν μαζί μας. Πολλές φορές κάναμε και μαζί προπόνηση. Όσον αφορά στον Κώστα το θέμα ήταν τελείως ανταγωνιστικό και δεν είχαμε την ιδιαιτερότητα».

Για την απόκρουση πέναλτι του Τζόρτζεβιτς σε ντέρμπι Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού: «Ναι... Και την προηγούμενη βδομάδα είχα πιάσει ένα στον Πύργο κόντρα στον Πανηλειακό. Είχα δύο μαζεμένα. Αυτό ήταν το μάξιμουμ. Δεν είχα καλή σχέση με τα πέναλτι».

Για την βραδιά του 1-4 από τον Ολυμπιακό στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας σε παιχνίδι Κυπέλλου: «Τραγικό... Τραγική βραδιά. Ξεκίνησε στραβά, τελείωσε στραβά. Πλήρη απογοήτευση γιατί ακόμα και εκείνη τη χρονιά που ξεκινήσαμε με τον Άγγελο Αναστασιάδη κάναμε μια ακόμα πορεία στο Champions League. Μέχρι τα Χριστούγεννα ήμασταν σε καλή κατάσταση και από εκεί και πέρα ήταν μια τραγική χρονιά και κατέληξε στο να χάσουμε στον ημιτελικό από τον Ολυμπιακό. Όλοι ήμασταν σε κακή μέρα με αποτέλεσμα να έρθει αυτή η ήττα».

Για το πως λειτουργεί στην ψυχολογία ενός παίκτη μια τέτοια ήττα: «Όταν είσαι απέναντι από τον "αιώνιο" αντίπαλό σου είναι πάρα πολύ δύσκολο. Αυτό όμως που ψάχνεις να βρεις είναι το επόμενο παιχνίδι. Και μακάρι να είναι σε 2-3 μέρες γιατί σε βοηθάει να το ξεχάσεις με την έννοια ότι πας σε ένα άλλο ματς με σκοπό να το κερδίσεις για να ανορθώσεις λίγο το ηθικό σου. Έχεις τσαλακωθεί και ψάχνεις μια σειρά αγώνων να τους κερδίσεις για να μπορέσεις να ανυψωθείς. Δεν μπορείς με λόγια, μόνο μέσα στο γήπεδο».

Για τον πανηγυρισμό των παικτών του Ολυμπιακού στο 1-4: «Προσωπικά δεν πιστεύω πως υπάρχει αυτή η ένταση να ανταποδώσει ο ένας στον άλλον. Απ' ό,τι θυμάμαι ήταν μια κίνηση του Γεωργάτου και ακολούθησαν οι υπόλοιποι. Δε νομίζω ότι είναι πράγματα που φανατίζουν και προκαλούν προβλήματα στις σχέσεις των παικτών».

Για τα 16 παιχνίδια στο Champions League της περιόδου 2001-02, που ολοκληρώθηκε στην Βαρκελώνη και τα προημιτελικά: «Εκείνο το παιχνίδι ξεκίνησε έχοντας δεχθεί για άλλη μία φορά ένα σίδερο στην πλάτη μου στην αρχή του αγώνα. Θυμάμαι και ο γιατρός, αλλά και ο διαιτητής του αγώνα σκέφτονταν να μην διεξάγουν τον αγώνα γιατί εκεί τα πράγματα είναι πιο σοβαρά, πιο υπεύθυνα. Δεν κοιτάζουν ονόματα. Δεν ήθελα όμως εγώ αυτό το μεγάλο παιχνίδι να τελειώσει εκεί. Ήθελα να το παίξω, να το ζήσω. Λειτούργησα ασυναίσθητα και είπα δεν θα βγω, θα τελειώσω τον αγώνα.

Δεν μπορώ να χαλάσω την γιορτή. Ήμασταν στα προημιτελικά, είχαμε κερδίσει 1-0 στον πρώτο αγώνα. Ήθελα να παίξω. Δεν πονούσα. Ήταν ένα σίδερο που έκαιγε. Στην Ευρώπη οι διαιτητές δεν κοιτάζουν αν έβγαλες αίμα ή όχι. Βλέπουν την αντίδραση.

Στο συγκεκριμένο παιχνίδι, ο Καραγκούνης υπέστη ρήξη χιαστών στο 40' και έπαιζε τραυματίας. Ήταν τέτοιο το πάθος μας. Είδα τον Γιώργο που όταν πήγαμε στο ημίχρονο διαπιστώσαμε ότι έπαιζε για 5 λεπτά με κομμένο χιαστό. Το πόδι του έφυγε από τη θέση του. Δεν μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι δεν θα τελειώσουμε αυτόν τον αγώνα. Είναι παιχνίδια που παίζουμε μία στο τόσο».

Για την καλύτερη απόκρουση: «Είναι πράγματα που δεν μπορώ να θυμηθώ. Θυμάμαι με τη Μπαρτσελόνα στη Λεωφόρο, το 1-0, ένα σουτ του Ριβάλντο με έξω αριστερό, απέκρουσα. Πιο πολύ έχει να κάνει με το επίπεδο που αγωνίζεσαι απ' ότι με τον ποδοσφαιριστή που εκτελεί. Αυτά σου ανεβάζουν τον βαθμό δυσκολίας της απόκρουσης».

Για την πορεία μέχρι τα προημιτελικά του Champions League: «Είναι αυτό που λέω... Όλα τα προηγούμενα χρόνια, από το 1998 η ομάδα αρχίζει να δημιουργείται. Συν την προσθήκη ορισμένων καλών παικτών που ήρθαν στην ομάδα με την αλλαγή διοίκησης, όπως ο Χένρικσεν, ο Κωνσταντίνου, ακριβές μεταγραφές, αλλά ποιοτικοί παίκτες. Δημιούργησαν μια δυνατή ομάδα με τους γηγενείς παίκτες της ομάδας του Παναθηναϊκού. Υπήρχε αυτή η ομόνοια. Λειτουργούσαμε πολύ σαν ομάδα με αποτέλεσμα να είμαστε δυσκολοκατάβλητος αντίπαλος για οποιαδήποτε ομάδα.

Είτε θέλετε αμυνόμενοι πάρα πολύ, είτε όχι τηρώντας το Fair Play, με καθυστερήσεις, αλλά ήμασταν μια δυνατή ομάδα. Μια ομάδα που έκανε τρία στα τρία στην έδρα της, στηριζόμενοι σε ένα στιλ παιχνιδιού με πολλές πάσες, μεσοαμυντικό, δυνατή άμυνα, με γρήγορους και δυνατούς επιθετικούς, όπως ο Λυμπερόπουλος, ο Κωνσταντίνου, ο Κόλκα και ο Ολισαντέμπε.

Είχαμε βρει τρόπους για να αντιμετωπίσουμε τέτοιες ομάδες. Ήταν δύσκολο να μας κερδίσουν. Ειδικά στη Λεωφόρο, ένα μικρό γήπεδο. Διαφορετικό απ' ότι είχαν συνηθίσει όλοι αυτοί οι παίκτες της Άρσεναλ, της Σάλκε... Μπορέσαμε και να τους εγκλωβίσουμε και να τους κερδίσουμε».

Για τη διέξοδο των ευρωπαϊκών επιτυχιών την στιγμή που ο Ολυμπιακός κυριαρχούσε στην Ελλάδα: «Ο κόσμος του Παναθηναϊκού αισθανόταν περήφανος για την ομάδα του. Οι συνεχείς προκρίσεις στο Champions League και οι νίκες είναι πολύ δύσκολο και πολύ σπουδαίο πράγμα. Ακόμα και τη χρονιά που δεν παίξαμε στο Champions League, αλλά στο ΟΥΕΦΑ φτάσαμε στα προημιτελικά, όπου αποκλειστήκαμε από την Πόρτο του Μουρίνιο. Κερδίσαμε μέσα στο Πόρτο, αλλά χάσαμε στην Λεωφόρο. Ήταν μια μεγάλη επιτυχία και κρατούσε ζεστό τον κόσμο του Παναθηναϊκού και τον έκανε περήφανο».

Για τις συχνές αλλαγές προπονητών στον Παναθηναϊκό: «Αυτό είναι το μοναδικό πρόβλημα. Ο Παναθηναϊκός βρισκόταν διαρκώς σε μια πίεση. Στην πίεση της κατάκτησης του πρωταθλήματος, το οποίο δεν ερχόταν. Πίστευαν ότι αλλάζοντας προπονητές θα βρουν κάτι διαφορετικό και ότι θα πάρουν το πρωτάθλημα. Ποτέ δεν έμειναν στη συνταγή ότι έχω έναν προπονητή, συνεχίζω με αυτόν, 1-2 χρόνια ώστε μπορέσω να αλλάξω την κατάσταση. Απλά ήταν η πιο εύκολη λύση. Γιατί αν χάσεις ένα ή δύο παιχνίδια μπορεί να σου στοιχίσει το πρωτάθλημα. Δεν υπήρχε ο συναγωνισμός για να χάνουν οι ομάδες βαθμούς. Αν έχανες εσύ κάποιους πόντους δεν μπορούσες να τους αναπληρώσεις.

Ουσιαστικά έπρεπε να κάνουμε ένα πρωτάθλημα με μία ήττα. Όταν έρχονταν 2-3 ήττες, αυτός που την πλήρωνε ήταν ο προπονητής. Η διοίκηση αισθανόταν ότι με μία ήττα χάνει το πρωτάθλημα και βιαστικά αποφάσιζε την αποχώρησή τους ή ακόμα και οι ίδιοι έφευγαν μη αντέχοντας την πίεση. Δεν γνωρίζω πραγματικά. Οι συνεχείς αλλαγές προπονητών ήταν το χειρότερο που μπορούσε να κάνει η ομάδα.

Έπρεπε να στηρίξει κάποιον, όπως έκανε ο Ολυμπιακός. Είχε 4,5 χρόνια τον Μπάγεβιτς. Έπρεπε και εμείς να αποφασίσουμε ποιος είναι ο κατάλληλος προπονητής, Έλληνας ή ξένος και να πορευτούμε με αυτήν. Οι ήττες κάποιες φορές αλλάζουν και τις καταστάσεις. Είναι κάτι που επικρατεί στο ελληνικό ποδόσφαιρο».

Για το ποιος θα μπορούσε να είναι ο...Μπάγεβιτς του Παναθηναϊκού εκείνη την περίοδο απ' όσους προπονητές είχαν περάσει από την Παιανία: «Νομίζω ότι ο Κυράστας θα μπορούσε να είχε μείνει στον Παναθηναϊκό τουλάχιστον για τρία χρόνια. Όπως δημιούργησε την ομάδα του 2000 θα μπορούσε να είχε μείνει μέχρι ένα εύλογο χρονικό διάστημα, γιατί και εκείνη η ομάδα ήταν άπειρη στα χέρια του. Και αυτός βέβαια ήταν άπειρος με την έννοια ότι πρώτη φορά προπονούσε μία ομάδα κορυφής, με πρωταθλητισμό, αλλά είχε και παίκτες άπειρους σε αυτό το κομμάτι. Βάζοντας όμως, ένα-δύο κομμάτια μέσα σε διάστημα δύο-τριών χρόνων θα μπορούσαμε να τον κρίνουμε γιατί αυτός ουσιαστικά δημιούργησε την ομάδα του 2000 και πάνω σε αυτή δούλεψαν οι επόμενοι προπονητές».

Για το ματς τίτλου Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού στη Ριζούπολη το 2003: «Ήταν μία δύσκολη εμπειρία. Παρότι ρωτάει συνέχεια ο κόσμος... Πολλά παιδιά έχουν μιλήσει... Ήταν μία δύσκολη κατάσταση. Ήταν ένα παιχνίδι όπου παιζόταν ένας τίτλος. Οι οπαδοί κρέμονταν σαν να σταφύλια και πριν μπούμε στα αποδυτήρια και μετά. Ήταν μία δύσκολη περίπτωση. Μου έχει ξανασυμβεί. Δεν είναι η πρώτη φορά, που μου συνέβη αυτό το πράγμα. Καμιά φορά γυρνάμε πίσω και ξεχνάμε. Ξεχνάμε τι έχουμε κάνει εμείς οι ίδιοι. Το χειρότερο πράγμα αυτό είναι.

Ότι κανένας δεν κοιτάει ποτέ τον εαυτό του κοιτάει τι έχει κάνει ο άλλος. Αν είμαστε εμείς εντάξει απέναντι στις ομάδες που αντιμετωπίζουμε στο γήπεδό μας, τότε θα πρέπει να έχουμε την απαίτηση εκεί που πηγαίνουμε να είναι το ίδιο. Σίγουρα δεν ήταν η καλύτερη αντιμετώπιση. Θα μου πείτε τώρα, και πολλοί μου το λένε, δεν μιλάς γιατί πέρασες από τον Ολυμπιακό κτλ. Δηλαδή θ' αλλάξει κάτι αν θα πω εγώ τώρα κάτι διαφορετικό; Το θέμα είναι ένα: Ότι έχουμε φτάσει στο 2011 και γίνονται τα ίδια και χειρότερα απ' όσα έγιναν στη Ριζούπολη.

Άρα που φτάνουμε; Είμαστε στο σημείο μηδέν, δεν έχει αλλάξει τίποτα και ούτε πρόκειται ν' αλλάξει έτσι όπως αντιμετωπίζουμε τα πράγματα. Αυτή είναι η απάντηση. Τώρα να σας δώσω εγώ λεπτομέρειες για το τι έγινε εκεί θ' αλλάξει κάτι; Δεν πρόκειται ν' αλλάξει κάτι. Το δυστύχημα για μένα είναι ότι πήγαμε να παίξουμε ένα παιχνίδι, δεν ήμασταν καλοί, χάσαμε 3-0, χάσαμε το πρωτάθλημα και ακολούθησαν αυτά που ακολούθησαν. Και πριν και μετά. Γιατί μετά είχαμε μία άλλη υποδοχή των δικών μας φιλάθλων στην Παιανία με σπάσιμο αυτοκινήτων και χαστούκι στον ίδιο τον Βαζέχα. Είδα άνθρωπο να χαστουκίζει τον Βαζέχα. Αυτός ο άνθρωπος, που ήταν σημαία της ομάδας όλα αυτά τα χρόνια, δέχτηκε χαστούκι και βρίσιμο αισχρό. Αυτό να σκεφτούμε».

Για το αν ήταν λάθος από τη διοίκηση του Παναθηναϊκού η αποχώρηση από την ομάδα μίας γενιάς σημαντικών παικτών μετά από εκείνο το ντέρμπι: «Νομίζω ότι η ιστορία θα δείξει και θα κρίνει αν εκείνη η ομάδα έπρεπε να διαλυθεί, γιατί διαλύθηκε ουσιαστικά. Μην ξεχνάμε πως ήταν μία ομάδα, η οποία όλα εκείνα τα χρόνια στήριζε και την εθνική ομάδα του κύριου Ρεχάγκελ. Όταν ήρθε ο κύριος Ρεχάγκελ ουσιαστικά ο κορμός της εθνικής ομάδας, ο μεσοαμυντικός, ήταν όλος ο Παναθηναϊκός. Γιατί μιλάμε για μία ομάδα έτοιμη».

Για το αν περίμενε ποτέ να γίνει πρωταθλητής Ευρώπης: «Έ, όχι, εντάξει. Ούτε μπορούσε να περάσει ποτέ από το μυαλό μου ότι θα συνέβαινε αυτό το πράγμα. Η πρώτη σκέψη που είχαμε όταν ήρθε ο κύριος Ρεχάγκελ ήταν η επόμενη διοργάνωση για την οποία είχε την ευθύνη, τα προκριματικά για το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα της Πορτογαλίας. Ξεκινήσαμε με δύο ήττες, μία στην έδρα μας και μία στην Ουκρανία, αλλά η ομάδα είχε κάτι καλό και αυτή ουσιαστικά ήταν για μένα και η ευφυΐα του προπονητή.

Επέλεξε για την ομάδα έναν μεσοαμυντικό Παναθηναϊκό, με την επιθετικότητα του Ντέμη Νικολαϊδη, με τον Βασίλη Τσάρτα, με τον Γιαννακόπουλο, με τον Βρύζα, επέλεξε δηλαδή ένα πολύ καλό κράμα παικτών, παικτών που αγωνίζονταν πάντα σε υψηλό επίπεδο και κυρίως ήταν παίκτες του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού και παίκτες που αγωνίζονταν εκτός Ελλάδας. Νομίζω ότι ήταν μία πολύ καλή γενιά Ελλήνων ποδοσφαιριστών, μία ομάδα που κατάφερε, πέρα από το να δημιουργήσει αξιόλογο σύνολο, να είναι και μία οικογένεια.

Οι παίκτες μεταξύ μας τα είχαμε καλά, πιστεύαμε στις επιλογές του, πιστεύαμε ότι δεν υπήρχαν διάφοροι, οι οποίοι επηρεάζουν προπονητές κτλ. Είχε αφήσει τους πάντες έξω από την ομάδα, μας έφερε κοντά και μας ένωσε σαν ομάδα. Ήμασταν ενωμένοι και μπορέσαμε να καταφέρουμε πολλά πράγματα. Θα μου πείτε, καταφέρατε κάτι το οποίο ποτέ κανένας δεν μπορούσε να το ονειρευτεί. Εγώ πιστεύω στον Έλληνα. Και φέρνω πολλές φορές αυτό το παράδειγμα. Είκοσι τρία παιδιά υπό την καθοδήγηση ενός Γερμανού προπονητή κατάφεραν κάτι το οποίο είναι ασύλληπτο για τα ελληνικά δεδομένα. Δηλαδή να πάρουν έναν ευρωπαϊκό τίτλο. Αυτό είναι πέρα από κάθε φαντασία.

Αλλά ποια είναι τα συστατικά; Η ομόνοια μίας ομάδας και η αγωνιστικότητά της. Νομίζω τα χαρακτηριστικά αυτά τα έχουν οι Έλληνες. Σε όλες της εκδηλώσεις της ζωής τους, όχι μόνο στο ποδόσφαιρο. Αρκεί κάποιος να τους ενώσει, να τους κάνει ένα και να σκεφτούν το κοινό καλό. Τότε μπορούν να κάνουν θαύματα. Όπως κάναμε εμείς θαύμα, γιατί αυτό που πετύχαμε ήταν θαύμα. Άρα πιστεύω ότι μας λείπει η σωστή καθοδήγηση για να μας οδηγήσει όλους εμάς σε αυτό το πράγμα. Και το ποδόσφαιρο το έδειξε αυτό».

Για την καλύτερη στιγμή στην καριέρα του: «Το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα είναι η κορυφαία στιγμή. Δεν μπορώ να τη συγκρίνω με καμία άλλη και θα ήταν τρελό, θα ήταν και άδικο. Αυτή είναι η καλύτερη στιγμή στην καριέρα μου, αυτή η διοργάνωση.  Επόμενη μεγάλη στιγμή για μένα είναι το πρώτο νταμπλ με τον Ολυμπιακό».

Για την αξέχαστη στιγμή: «Το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα του 2004. Όλος αυτός ο μήνας, όχι μόνο το τελικό αποτέλεσμα. Ήταν ένας μήνας μαγικός, όλη η διαδρομή, που έχει χαράξει όχι μόνο εμένα, αλλά όλα τα παιδιά, που έζησαν εκεί το πράγμα μεταξύ μας. Και λέω πως ήταν η πρώτη φορά που ήμασταν οι Έλληνες έναν μήνα εκτός Ελλάδας και δεν τσακωθήκαν μεταξύ τους (γέλια)».

Για το αν η σεζόν 2003-2004, η τελευταία του στον Παναθηναϊκό, ήταν η πιο δύσκολη στην καριέρα του: «Η πιο δύσκολη. Όχι δεν θα το έλεγα. Πρώτον γιατί είχα μεγάλες προκλήσεις μπροστά μου και πρώτα απ' όλα η πρόκριση στο Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Ήμασταν κοντά, είχαμε κάνει το διπλό στην Ισπανία, είχαμε νικήσει εντός την Ουκρανία, ήμασταν πρώτοι και μας έμεναν δύο παιχνίδια με την Αρμενία και τη Βόρειο Ιρλανδία.

Ήμασταν πολύ κοντά στην πρόκριση και ας μην κρυβόμαστε για μένα που τελείωνε το συμβόλαιό μου το να βρίσκομαι το καλοκαίρι του 2004 στην Πορτογαλία ήταν υπέρ μου. Γιατί πάντα πίστευα ότι μπορούσα ν' αγωνιστώ στο εξωτερικό και θα ήταν καλό αν δεν μπορούσα να τα βρω με τον Παναθηναϊκό να έχω μία πόρτα ανοιχτή και αυτή να είναι μία ομάδα στην Ευρώπη για να πάω ν' αγωνιστώ και να κλείσω ένα συμβόλαιο καλύτερο από αυτό που είχα».

Για το πότε οδηγήθηκε σε ρήξη η σχέση του με τον Παναθηναϊκό: «Από την ημέρα που έφυγε από την προεδρία ο κύριος Φιλιππίδης, γιατί το καλοκαίρι του 2003 είχαμε συμφωνήσει και είχαμε ραντεβού τότε να υπογράψω το νέο συμβόλαιο. Την προηγούμενη μέρα ο κύριος Φιλιππίδης δήλωσε παραίτηση από την προεδρία του Παναθηναϊκού. Με ειδοποίησαν κάποια στιγμή να συζητήσουμε γιατί πλέον έχει αλλάξει ο τρόπος σκέψης, είχε έρθει ο κύριος Ζάετς, που ουσιαστικά έκανε κουμάντο στην ομάδα.

Επανειλημμένα μου είχαν πει ότι θα μου μιλήσουν αλλά φυσικά δεν έγινε ποτέ αυτή η κουβέντα. Όπως σας είπα προηγουμένως ήμουν έτοιμος να υπογράψω στην ομάδα. Το θέμα έμεινε πίσω, πέρασαν πέντε μήνες, ώστε να φτάσουμε στον Δεκέμβριο για να κάνουμε την πρώτη κουβέντα για την ανανέωση του συμβολαίου όταν πλέον είχε διασφαλιστεί η πρόκριση της εθνικής στο EURO.

Εκεί χωρίς να πούμε χρήματα, είπαμε ότι κι εγώ θέλω να μείνω και η ομάδα θέλει να με κρατήσει, οπότε ανανεώσαμε τη συνάντησή μας για μετά από ένα μήνα ώστε να μπουν στη συζήτηση και τα χρήματα. Με τις απαιτήσεις που είχα, πάντα οδηγούμενος από αυτά που έβλεπα στην ομάδα, δηλαδή τα συμβόλαια που υπήρχαν, τους ποδοσφαιριστές που είχαν έρθει, που είχαν φύγει, τα συμβόλαια που έκαναν, την προσφορά που είχαν, ένας αθλητής αυτά κοιτάει, μαζί κιόλας με το αν έχει και δεύτερη πόρτα ανοιχτή.

Έτσι ζήτησα κάποια χρήματα, νομίζω δεν παίζει ρόλο να τα αναφέρω. Ο Παναθηναϊκός αρνήθηκε αυτή την πρόταση, λέγοντας ότι δεν υπάρχουν χρήματα και η ομάδα είναι χρεωμένη. Τους είπα 'δεν ξέρω γιατί μόνο σε εμένα συμβαίνει αυτό το πράγμα, γιατί πάντα η ομάδα είναι χρεωμένη κάθε φορά που εγώ ζητάω χρήματα'.
Τέλος πάντων, μου είπαν 'αυτά είναι τα λεφτά αν θες υπογράφεις'. Είπα 'ευχαριστώ πολύ, δεν είναι το συμβόλαιο, το οποίο ζητάω'. Τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα, δεν μπήκαμε ποτέ σε καμία διαδικασία περίεργη. Το πρόβλημα ήταν μετά πια. Με το που αρνήθηκα το συμβόλαιο που μου πρότειναν. Εγώ έκρινα πως ήταν ένα συμβόλαιο συνταξιοδοτικό, δηλαδή πίστευαν ότι ο Νικοπολίδης έχει τελειώσει πλέον σαν τερματοφύλακας, ότι είναι έτοιμος να συνταξιοδοτηθεί και του είπαν 'πάρε και αυτά τα χρήματα και χατιρικά στα δίνουμε'. Με αυτή την έννοια.

Το χειρότερο που με πείραξε ήταν όταν μου πρότειναν ένα χαρτί. Ο κύριος Ζάετς μου πρότεινε ένα χαρτί, μου είπε "αυτά είναι τα χρήματα, υπέγραψε το συμβόλαιο, πάρε το συμβόλαιο στα χέρια εσύ-βέβαια λέω λεπτομέρειες, αλλά καμιά φορά πρέπει να λέμε και τις λεπτομέρειες, έτσι; Μου λέει λοιπόν 'πάρε τα συμβόλαια κι αν βρεις ομάδα στο εξωτερικό να σου δίνει τα διπλάσια, τότε σκίσε τα συμβόλαια, δεν θα ισχύουν πλέον και πήγαινε στην ευχή του Θεού.

Από σένα-λέει-το μόνο που ζητάμε είναι να μας δώσεις ένα χαρτί που θα λες ότι δεν θα πας σε άλλη ελληνική ομάδα'. Ξέρετε, όταν θες έναν αθλητή να τον κρατήσεις, του λες σε πιστεύω και θέλω να πορευτώ μαζί σου και του κάνεις μία τέτοια πρόταση, καταλαβαίνει πλέον ότι έχει τελειώσει από την ομάδα. Ότι οι άνθρωποι, οι οποίοι αποφασίζουν ποιος θα μείνει, ποιος θα φύγει, έχουν αποφασίσει ότι έχεις τελειώσει από την ομάδα.

Φυσικά δεν μπορούσα να δεχτώ μία τέτοια πρόταση και του είπα "ευχαριστώ πολύ, δεν υπογράφω κανένα χαρτί και συνεχίζουμε όπως είμαστε". Αυτό είναι όλο το στόρι της κουβέντας, πάνω- κάτω. Μετά άρχισαν βέβαια τα γνωστά παπαγαλάκια της δημοσιογραφίας του Παναθηναϊκού, που άρχισαν ακριβώς μετά την άρνησή μου να γράφουν ότι ήδη είχα συμφωνήσει με τον Ολυμπιακό, ότι ήδη είχα συμβόλαιο και γι' αυτό αρνήθηκα την υπερπροσφορά του Παναθηναϊκού. Ε, φυσικά δεν ίσχυε αυτό, αλλά συστηματικά άρχισα να βγαίνω από ενδεκάδα, σιγά-σιγά να βγαίνω εκτός ομάδας, με αποτέλεσμα να βρεθώ εκτός Παναθηναϊκού».

Για το πότε έγινε η πρόταση από τον Ολυμπιακό: «Με τον Ολυμπιακό μίλησα τον Μάιο. Λίγο πριν τη φιέστα ήρθε σε επαφή ο μάνατζέρ μου, όχι εγώ. Μου είπε ότι έχω προσφορά από τον Ολυμπιακό και με ρώτησε αν το σκέφτομαι. Γιατί, ξέρετε, ο μάνατζερ μπορεί να σου πει αυτό το πράγμα, αλλά καταλαβαίνει ότι η κατάσταση δεν είναι εύκολη. Δεν ξέρεις πως θα το δεχτεί ο άλλος, θα πάει, δεν θα πάει, μήπως πρέπει να το ξαναδούμε, θα περάσεις δύσκολα; Δεν είναι εύκολες οι μετακινήσεις. Του είπα 'να το συζητήσεις. Κάνε επαφές και θα το συζητήσουμε'.

Εκεί ήταν η πρώτη κουβέντα. Βρήκαμε κι ένα σημείο επαφής στο οικονομικό. Η αλήθεια είναι ότι είχα μία συζήτηση και με τη γυναίκα μου, της είπα ότι ενδέχεται να περάσουμε και κάπως δύσκολα και πήρα και από εκεί το ok. Γιατί ξέρετε με την οικογένεια είσαι κάτι ενιαίο. Δεν είσαι μόνος σου σε αυτή τη ζωή. Η απάντηση από τη γυναίκα μου ήταν 'είμαι μαζί σου σε ό,τι αποφασίσεις' κι έτσι αποφασίσαμε να πάω στον Ολυμπιακό».

Για το αν λειτούργησε και εκδικητικά στην απόφασή του: «Ναι, λειτούργησα εκδικητικά. Ήθελα ν' αποδείξω σε αυτούς, οι οποίοι με υποτίμησαν και σαν αθλητή, αλλά και σαν άνθρωπο-γιατί ποτέ τους δεν προσπάθησαν να με γνωρίσουν σαν άνθρωπο, αυτή είναι η πραγματικότητα-πως ούτε τελειωμένος είμαι, ούτε ήθελα αυτά τα χρήματα για να κάνω τη συνταξιοδότησή μου. Εγώ είμαι ένας αθλητής έτοιμος για τα επόμενα τρία χρόνια να προσφέρω τα μέγιστα. Ήμουν πλέον έτοιμος απ' όλες τις απόψεις και ψυχικά και σε φυσική κατάσταση και τεχνικά και τα πάντα, εκείνη την εποχή ήμουν στην καλύτερή μου κατάσταση. Αυτοί πίστεψαν κάτι διαφορετικό με αποτέλεσμα κι εγώ μέσα μου να θέλω ν' αποδείξω ότι εγώ έχω το δίκιο και κακώς έγιναν αυτά που έγιναν».

Για τη χειρότερη στιγμή στην καριέρα του: «Η χειρότερη είναι αυτό το 1-4 από την Τουρκία στο "Καραϊσκάκη". Ένα πράγμα που δεν ξέρω ποτέ πώς έγινε, από αυτά τα ματς που παίζεις και δεν καταλαβαίνεις ποτέ πώς ήρθαν έτσι. Ήταν ένα τραγικό κομμάτι για μένα. Καμιά φορά πολλοί ποδοσφαιριστές στα 37, στα 38 τους χρόνια λένε για ένα τέτοιο ματς ότι τους παίρνει από κάτω κι εμένα πάρα πολλοί τότε με είχαν τελειωμένο, έλεγαν εκείνη την εποχή ότι πρέπει να έχω σταματήσει κτλ. Όταν μίλησα μετά από τρεις ημέρες στη γυναίκα μου με ρώτησε 'τι σκέφτεσαι να κάνεις;' γιατί τελείωνε εκείνη η σεζόν.

'Κοίταξε-της λέω-. Αν καταφέρω στον επόμενο χρόνο και γυρίσω όλο αυτό το κλίμα, που υπάρχει τώρα, μόνο τότε θα αισθανθώ πετυχημένος ως αθλητής. Μόνο τότε θα φύγω όρθιος. Έχω κερδίσει Ευρωπαϊκό, έχω κερδίσει νταμπλ, αλλά αυτό είναι προσωπικό στοίχημα για μένα'.

Μου λέει 'έχεις τα κότσια να το κάνεις;' 'Φυσικά και θα το κάνω', της απάντησα και τα επόμενα δύο χρόνια ήταν ποδοσφαιρικά τα καλύτερα χρόνια της καριέρας μου. Αισθανόμουν τόσο δυνατός, ήμουν στην καλύτερη κατάσταση που μπορούσα να είμαι και κατάφερα και γύρισα όλο αυτό το κλίμα, που ήταν αρνητικό.
Και οι οπαδοί του Ολυμπιακού με στήριξαν πάρα πολύ εκείνη τη χρονική περίοδο, γιατί θυμάμαι ότι ο επόμενος αγώνας της ομάδας ύστερα από αυτόν με την Τουρκία ήταν στο 'Καραϊσκάκη' και χειροκροτήθηκα. Ο κόσμος του Ολυμπιακού με στήριξε, μου έδωσε δύναμη, αλλά ήταν προσωπικό στοίχημα, ήταν εγωιστικό ν' αποδείξω ότι και πάλι κάνατε λάθος για μένα. Και αφού τα κατάφερα, της λέω και της γυναίκας μου, 'αφού τα κατάφερα, θα παίξουμε άλλο ένα χρόνο και θα σταματήσουμε (χαμογελάει)».

Για την προσαρμογή του στον Ολυμπιακό: «Ήμουν και τυχερός φυσικά που πηγαίνοντας στον Ολυμπιακό είχα πίσω μου ένα Ευρωπαϊκό. Δεν ξεκινάς απλά με το δεξί, ξεκινάς με...δύο δεξιά πόδια, για να πούμε και την αλήθεια. Στις πρώτες ημέρες πάντως, είχα πρόβλημα. Πήγαινα στο Ρέντη, έβλεπα τα παιδιά, τις εγκαταστάσεις και ήμουν λίγο σαν ένα ψάρι έξω από τα νερά του. Είχα όμως την τύχη, πολλά παιδιά και κυρίως Έλληνες παίκτες, που γνώριζα και ο Ανατολάκης και ο Τζόρτζεβιτς, και ο Γεωργάτος να με βοηθήσουν να μπω γρήγορα στο κλίμα της ομάδας.

Επίσης, με το που πήγα φύγαμε κατευθείαν για το Ζέεφελντ και ξέρετε βοηθάει όταν μένεις σ' ένα καμπ για πολλές ημέρες. Ήταν βέβαια και ο κύριος Μπάγεβιτς, ο οποίος καταλαβαίνει από αυτές τις καταστάσεις, γιατί τις πέρασε και κατάφερε να με χειριστεί ακόμα καλύτερα και μπόρεσα με όλα αυτά τα παιδιά όλη αυτή την περίοδο να δεθώ και να έρθω κοντά τους».

Για την γνωριμία του με τον Σωκράτη Κόκκαλη: «Δεν ήταν μπροστά όταν υπέγραψα, νομίζω έλειπε. Γνωριστήκαμε πρώτη φορά στην παρουσίαση που κάναμε στο "Καραϊσκάκη" όλοι οι ποδοσφαιριστές, υπήρχε θυμάμαι κι ένας Ριβάλντο απέναντι μου, ένας πολύ μεγάλος ποδοσφαιριστής, όπως καταλαβαίνετε ήταν κάτι το διαφορετικό. Εκεί γνώρισα τον κύριο Κόκκαλη και είχαμε τις πρώτες μας κουβέντες».

Για το γεγονός ότι δυσκολεύτηκε κάπως να πει τις πρώτες του δηλώσεις ως ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού: «Έως πολύ...Έως πολύ...Έως πολύ γιατί ήταν λίγο δύσκολο και δεν ήθελα ούτε να προκαλέσω κυρίως τους οπαδούς του Παναθηναϊκού, αλλά ούτε και να μπω στη συνείδηση των οπαδών του Ολυμπιακού με δηλώσεις μεγάλες και να δείξω κάτι το διαφορετικό.

Είχα σκοπό να μπω στη συνείδηση των φίλων του Ολυμπιακού, να με γνωρίσουν και να με εκτιμήσουν, βάσει των όσων έκανα στο γήπεδο. Ούτε στον Παναθηναϊκό έκανα ποτέ δηλώσεις για τον κόσμο και αυτά, που ξεφεύγουμε καμία φορά-αν και τώρα το κάνουν οι ξένοι παίκτες πιο πολύ και όχι οι Έλληνες.

Πίστευα ότι αγωνιζόμενος και δείχνοντας αυτά που πρέπει να δείξω μέσα στο γήπεδο, τότε θα μείνω στην εκτίμηση των οπαδών του Ολυμπιακού. Γιατί οι οπαδοί του Ολυμπιακού γνώριζαν ότι ο Νικοπολίδης ήταν 15 χρόνια στον Παναθηναϊκό, ήταν αρχηγός του, αυτά τα ξέρανε. Ήθελα να μπω σιγά-σιγά στην εκτίμησή τους, να με αγαπήσουν γι' αυτό που θα προσφέρω στην ομάδα. Ήθελα να μείνω στη συνείδησή τους.

Δεν πήγα εκεί περαστικός. Δεν πήγα εκεί για δύο χρόνια, για τρία χρόνια, να πάρω τα χρήματα και να πάω σπίτι μου. Δεν πήγα γι' αυτόν τον λόγο στον Ολυμπιακό. Στον Ολυμπιακό πήγα να πετύχω. Πήγα να κάνω την καριέρα που ήθελα να κάνω και πίστευα ότι ήταν ομάδα που θα μου το πρόσφερε αυτό. Και στο τέλος δικαιώθηκα. Δικαιώθηκα όχι μόνο για τους τίτλους και τις πορείες που είχα με τον Ολυμπιακό, δικαιώθηκα γιατί ο κόσμος με εκτίμησε και με αγάπησε πραγματικά και ήξερε ότι ο Νικοπολίδης ήταν στην ομάδα τους κι έδινε τα πάντα. Γι' αυτό ήθελα να μείνω στη συνείδησή τους και πιστεύω τα κατάφερα».

Για το πόσο άλλαξε η καθημερινότητά του εκτός γηπέδων φεύγοντας από τον Παναθηναϊκό και πηγαίνοντας στον Ολυμπιακό: «Είναι η συνηθισμένη ερώτηση. Η πρώτη κλασική ερώτηση είναι γιατί έφυγα, η άλλη τι ομάδα ήσουν μικρός και φυσικά τα προβλήματα που αντιμετώπισα με ανεγκέφαλους, με ηλίθιους, οι οποίοι πολλές φορές άρχισαν να βρίζουν στον δρόμο χωρίς να καταλαβαίνουν ή να τους νοιάζει αν είσαι με τη γυναίκα σου ή με το παιδί σου. Νομίζουν ότι τα πάντα είναι γήπεδο.

Αυτές είναι οι τρεις φάσεις που περνάς. Φυσικά ούτε είμαι υποχρεωμένος, ούτε υπάρχει λόγος ν' απαντήσω σε αυτά τα ζητήματα. Μέσω συνεντεύξεων αναλύω τους λόγους για τους οποίους έφυγα, αλλά η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές στην καθημερινότητά μου αντιμετώπιζα προβλήματα στον δρόμο ή σε μαγαζιά όπου πήγαινα να φάω».

Για το αν μετάνιωσε που δεν πήγε στο εξωτερικό με το σκεπτικό ότι εκεί θα είχε οικογενειακή ησυχία: «Όχι. Φυσικά και στην αρχή ήθελα να φύγω να πάω στο εξωτερικό, πριν πάρω τη μεταγραφή στον Ολυμπιακό, αλλά μετά, όλα τα χρόνια που αγωνίστηκα στον Ολυμπιακό, πιστεύω ότι έκανα την καλύτερη επιλογή. Με την έννοια ότι μεγαλώνοντας γνώρισα πράγματα που ίσως δεν ήξερα εκείνη την εποχή.  Είτε έχει να κάνει με την ομάδα, είτε έχει να κάνει με την ψυχολογία, είτε έχει να κάνει με τον τρόπο σκέψης της ομάδας του Ολυμπιακού.

Πιστεύω ότι ο Ολυμπιακός με συμπλήρωσε. Είχα κάποια κενά στο τι θέλω να κάνω ως ποδοσφαιριστής, στο πως βλέπω μία ομάδα. Ο Ολυμπιακός με συμπλήρωσε, ήταν ένα κομμάτι που μου έλειπε ως αθλητή. Ακόμα και το στυλ που αγωνιζόμουν στον Παναθηναϊκό, ήταν εντελώς διαφορετικό από αυτό του Ολυμπιακού. Τελείως διαφορετικός ο Νικοπολίδης του Παναθηναϊκού και τελείως διαφορετικός ο Νικοπολίδης του Ολυμπιακού. Γιατί; Γιατί ο Ολυμπιακός είναι μία τελείως διαφορετική ομάδα στη φιλοσοφία της. Αυτό φρόντισα να το καταλάβω, να το ξέρω και το απέκτησα και στη ζωή μου, το έκανα κτήμα μου».

Για το ποιες είναι αυτές οι διαφορές των δύο ομάδων: «Ο Ολυμπιακός είναι τελείως διαφορετική ομάδα. Είναι μία ομάδα φύσει επιθετική. Ο κόσμος, όλοι, αυτό που ζητάνε είναι η επίθεση. Δεν τους ενδιαφέρει η άμυνα, δεν τρελαίνονται για την άμυνα. Ο Παναθηναϊκός είναι μια πιο συγκρατημένη ομάδα σε σχέση με τον Ολυμπιακό. Παίζει για το αποτέλεσμα, γι' αυτό όλα αυτά τα χρόνια πετύχαινε αυτή τη διαφοροποίηση στην Ευρώπη.

Στον Ολυμπιακό όλοι θέλουν να κάνουν επίθεση και το ζητάει και ο κόσμος, δηλαδή τον βλέπεις από πάνω και θέλει αυτό το πράγμα, το συνεχόμενο. Τους ενδιαφέρει να είναι μία ομάδα να έχει τον ρυθμό, να έχει την μπάλα, να είναι κυρίαρχη στο γήπεδο. Στον Παναθηναϊκό δεν τα είχαμε αυτά τα στοιχεία ή δεν τα θέλαμε καμιά φορά, ίσως γι' αυτό πολλές φορές το στυλ που είχαμε μας ευνοούσε στην Ευρώπη».

Για την επιλογή του αριθμού 71 στη φανέλα: «Η αλήθεια είναι ότι ήθελα να το αλλάξω. Εγώ είμαι μίας χρονιάς διαφορετικής. Είμαι της δεκαετίας του 80 όπου ο τερματοφύλακας ήταν το νούμερο 1. Καμιά φορά το σκεφτόμουν να το αλλάξω, ήταν η εποχή που μπορούσαμε να το αλλάξουμε και είτε θέλετε η μοίρα, πάλι η μοίρα έχει να κάνει με αυτό, στον Ολυμπιακό το φορούσε ο Παντελής ο Καφές.

Οπότε ήταν μία ευκαιρία για μένα να κάνω μία μεγάλη αλλαγή. Γιατί το 1 ήταν πάντα κάτι που με χαρακτήριζε. Για παράδειγμα, εμένα δεν μου αρέσει το νούμερο 15. Δεν θέλω να βλέπω μπροστά μου το νούμερο 15. Με τσαντίζει το νούμερο 15 (χαμογελάει). Το νούμερο 1 ήταν πάντα σκοπός, αλλά το νούμερο 71 μου φαίνεται γούρικο».

Για τον πρώτο επίσημο ευρωπαϊκό αγώνα του με τον Ολυμπιακό στο Καραϊσκάκη: «Ήταν το 1-0 με τη Λίβερπουλ. Το πρώτο ματς ήταν στην Ισπανία το 0-0 με τη Λα Κορούνια και μετά ήρθε η νίκη με τη Λίβερπουλ. Ένας τελείως διαφορετικός Ολυμπιακός. Και γι' αυτό ίσως κατηγορούσαν καμιά φορά εκείνη την εποχή τον κύριο Μπάγεβιτς, αλλά εκείνος γνώριζε καλά το πως μπορείς να πάρεις ένα αποτέλεσμα στην Ευρώπη. Καλή η επίθεση, αλλά ήταν πολύ δύσκολο να πάρεις κάτι θετικό μόνο με αυτό το στοιχείο.

Η ομάδα ήταν λίγο αμυντική, ήταν λίγο τραβηγμένη προς τα πίσω, αλλά καταφέραμε εκείνη τη χρονιά να κάνουμε μία πολύ μεγάλη πορεία. Φυσικά αυτό που θυμάμαι εγώ πιο έντονα είναι το πως με δέχτηκαν όταν μπήκα στο γήπεδο.

Όπως είπα προηγουμένως ήμουν πρωταθλητής Ευρώπης, ο κόσμος αναγνώρισε αυτή τη μετάβαση που έκανα για την ομάδα του, ήθελε να με στηρίξει, με πίστεψε και πραγματικά και στο πρώτο μου παιχνίδι στο Καραϊσκάκη και στο τελευταίο μου με αποθέωσε και εγώ και η οικογένειά μου τον ευχαριστούμε που πραγματικά μας αγάπησε γιατί κι εμείς τον αγαπήσαμε και δώσαμε όλοι μας ό,τι μπορούσαμε για να κάνουμε μεγάλο τον Ολυμπιακό».

Για το πως περίμενε τον αγώνα όπου θ' αντιμετώπιζε την πρώην ομάδα του εκτός έδρας: «Το πρόβλημά μου δεν ήταν η Λεωφόρος. Το πρόβλημά μου ήταν το χρονικά πρώτο ματς Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός στο Καραϊσκάκη. Αυτό ήταν το πρόβλημά μου, γιατί εκεί ουσιαστικά θα έβλεπα ύστερα από μία 15ετία ή μία 5ετία θα έλεγα καλύτερα, τα παιδιά με τα οποία μεγάλωσα μαζί τους, ήμασταν φίλοι (και είμαστε φίλοι) και κάναμε παρέα, τον Καραγκούνη, τον Μπασινά, τον Κωνσταντίνου, να είναι πλέον αντίπαλοί μου. Παρακαλούσα από τη Δευτέρα λοιπόν θυμάμαι, να ξεκινήσει το παιχνίδι, γιατί ήξερα ότι μόλις ξεκινήσει το παιχνίδι θα ήταν πιο εύκολο για μένα από το να σκέφτομαι όλη την εβδομάδα.

Και παρακαλούσα όλη αυτή την εβδομάδα ν' αρχίσει το ματς και να τελειώσει. Η μόνη αγωνία που είχα μετά ήταν να το κερδίσω. Και ήθελα να το κερδίσω γιατί ήταν και μία ρεβάνς για μένα εκείνη την στιγμή. Ήταν μία ρεβάνς κι ευτυχώς για μένα πήγε πολύ καλά. Όσον αφορά στο δεύτερο παιχνίδι ήμουν προετοιμασμένος και η αλήθεια είναι ότι με βοήθησε ο κύριος Μπάγεβιτς. Το είχε ζήσει, μου είπε πως να το αντιμετωπίσω και πιστεύω πως ήμουν μία χαρά».

Για το ρεκόρ των επτά τίτλων σε διάστημα 36 μηνών: «Εμένα μου έφτανε το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα και το νταμπλ με τον Ολυμπιακό τη σεζόν 2004-2005. Φυσικά ο ένας τίτλος ήταν πολύ μεγαλύτερος, αλλά το 2005 χάρηκα λίγο παραπάνω αυτούς τους τίτλους από τους υπόλοιπους σε συλλογικό επίπεδο. Το γιατί το καταλαβαίνετε πολύ καλά. Ήταν η ρεβάνς για μένα. Ήταν η ρεβάνς, αν και πιστεύω ότι όταν ξεπέρασα αυτό τον σκόπελο και έφυγε από πάνω μου αυτή η φόρτιση, αυτός ο ρεβανσισμός που ένιωσα απέναντι στον Παναθηναϊκό, ηρέμησα κι έπαιξα καλύτερο ποδόσφαιρο.

Εκεί άρχισαν σιγά-σιγά να με απασχολούν άλλα πράγματα, γιατί πλέον πίστευα πως ό,τι είχα να αποδείξω το είχα αποδείξει. Πλέον με ένοιαζαν άλλα πράγματα, με ένοιαζε μία καλύτερη πορεία του Ολυμπιακού στο Champions League γιατί την είχε ανάγκη η ομάδα, είχα στο μυαλό μου ότι έπρεπε να κάνουμε ένα διπλό, σε όλα αυτά τα χρόνια, που παίζουμε στην Ευρώπη να πάρουμε μία νίκη εκτός έδρας, να σπάσουμε αυτή την γκαντεμιά. Με απασχολούσαν άλλα πράγματα και όχι αυτό».

Για το αν θα παρουσίαζε με κάποιο τρόπο την καριέρα του: «Όχι δεν θέλω να γυριστεί η ζωή μου σαν ταινία (γελάει). Αυτό που σκέφτομαι να κάνω κάποια στιγμή είναι να γράψω ένα βιβλίο για τη ζωή μου, όχι με την έννοια της βιογραφίας, αλλά με πραγματικά βιώματα που μπορεί να έχει ένας αθλητής φεύγοντας από ένα χωριό και τελειώνοντας μία καριέρα».

Για την πρώτη εκτός έδρας νίκη του Ολυμπιακού στο Champions League: «Το διπλό στη Βρέμη ήταν μαγικό. Εκεί σπάει μία κατάρα. Μία κατάρα, που είχε ο Ολυμπιακός όλα αυτά τα χρόνια στο Champions League, ο κόσμος ήθελε σαν τρελός να το ξεπεράσει. Ήταν μία μαγική βραδιά, ήταν ένα μαγικό δεύτερο ημίχρονο, παρότι περάσαμε ένα εφιαλτικό πρώτο ημίχρονο. Ο Ολυμπιακός ήταν εκείνη την εποχή σε φοβερή κατάσταση. Κάναμε διπλό, ξανακάναμε μετά, εκεί που δεν είχαμε κανένα, κάναμε δύο απανωτά διπλά, περάσαμε στην επόμενη φάση του Champions League, ήταν νομίζω ένα εκπληκτικό εξάμηνο για μας».

Για τον καλύτερο προπονητή που είχε: «Θα πω αυτόν που μου ταιριάζει πιο πολύ όλα αυτά τα χρόνια. Αυτόν που πιστεύω ότι μου ταιριάζει πολύ ποδοσφαιρικά: Ερνέστο Βαλβέρδε. Είναι από τις λίγες φορές, που έκανα πραγματικά προπόνηση και ευχαριστιόμουν αυτό που έκανα. Ο τρόπος με τον οποίο έκανε προπόνηση ήταν ευχάριστος, περνάγαμε ωραία και νομίζω ότι ήταν κάτι λίγο διαφορετικό απ' όλους τους άλλους. Χωρίς να θέλω ν' αδικήσω κανέναν, έτσι;».

Για τον συγκλονιστικό τελικό Κυπέλλου με την ΑΕΚ όπου έκρινε τον τίτλο υπέρ του Ολυμπιακού στα πέναλτι: «Για μένα; Ήταν από τα χειρότερά μου παιχνίδια! Την αλήθεια; Ήταν από τα χειρότερά μου παιχνίδια. Δεν μπορώ να αισθάνομαι άνετος όταν έχω δεχτεί τέσσερα γκολ. Ήμουν εκτός παιχνιδιού με την έννοια ότι δεν μου πήγε το παιχνίδι καθόλου. Δεν έχω εκτελέσει ξανά πέναλτι, αλλά επειδή λέμε τώρα πέντε πράγματα, που είναι η πραγματικότητα, αυτή ήταν η πραγματικότητα: Δεν ήμουν στην καλύτερή μου μέρα στο συγκεκριμένο παιχνίδι.

Όμως είναι έτσι το ποδόσφαιρο, γι' αυτό λένε καμιά φορά "δεν τα παρατάς", γιατί γίνονται τόσα πολλά μέσα σε ένα παιχνίδι, τόσα πολλά μέσα σε μία σεζόν, που όλα μπορούν να έρθουν τούμπα. Κι έτσι ήρθαμε σε μία κατάσταση να κρίνονται όλα από δύο πέναλτι, το ένα να το έχω πιάσει και το άλλο να το έχω βάλει».

Για το καλύτερο παιχνίδι στην καριέρα του: «Ας πούμε αυτό με την Άρσεναλ στο Emirates. Είναι ίσως και το πιο νωπό, ας πούμε αυτό, ήταν ένα φανταστικό παιχνίδι από πλευράς μου».

Για την παραμονή του μία επιπλέον χρονιά στον Ολυμπιακό παρότι είχε αποφασίσει να σταματήσει την ενεργό δράση: «Έμεινα έναν χρόνο συν, ναι. Είναι η χρονιά που ήρθε ο κύριος Κετσπάγια στην ομάδα, ήταν η χρονιά που το σκεφτόμουν τότε να αποχωρήσω το είχα πει στη γυναίκα μου ήταν μετά τον τελικό του Κυπέλλου με την ΑΕΚ είχαν τελειώσει και τα δύο χρόνια που της είχα πει ότι θα τα γυρίσω όλα.

Ήταν η χρονιά του Τιμούρ, καταφέραμε και περάσαμε στον επόμενο γύρο και μετά ήρθε ένα τραγικό εξάμηνο για μας. Παρότι το πρώτο διάστημα ήταν καταπληκτικό, περάσαμε στην Ευρώπη, ήμασταν πρώτοι στο πρωτάθλημα, μετά από εκεί το χάος».

Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στις κυριότερες ειδήσεις της ημέρας και μέσα από τη σελίδα σας στο Facebook, κάντε LIKE στο Onsports πατώντας ΕΔΩ.

Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στις κυριότερες ειδήσεις της ημέρας και μέσα από τη σελίδα σας στο Facebook, κάντε στη σελίδα του Onsports.gr.

Το παρόν διαδικτυακό μέσο ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

1 Σχόλιο
  • cy13 Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011 00:10 Συντάχθηκε από cy13

    Για τον αντωνάκη, ότι έγινε στη Ριζούπολη δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο. Το ότι ο ολυμπιακός κέρδισε εκείνο το ματς επειδή αν έχανε θα είχαμε νεκρούς δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο. Το ότι του ρίξανε μάρμαρο στον αυχένα και παραλίγο να του κάνουνε σοβαρή ζημιά οι οπαδοί της ομάδας που γλύφει σήμερα δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Το ότι τόσα χρόνια στον ΠΑΟ μούγκα, και στο πρώτο ματς με τον ολυμπιακό στην Ξάνθη έκανε σαν παβαλός για 2 φάσεις που αποδείχθηκε πως είχε και άδικο δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Το ότι ταύτισε την εκδίκηση του προς τον Τζίγγερ με όλο τον ΠΑΟ δεν είναι και τίποτα σπουδαίο. Κρίμα κηπουρέ. . . τόσο μεγάλος ποδοσφαιριστής, τόσο μικρός άνθρωπος. . . .

Το σχόλιο σου

Copyright © 2010 - 2016 OnSports | Όροι Χρήσης | Επικοινωνία
Monetized by DPG DIGITAL MEDIA
Βάλε το e-mail σου και κάνε click για να λαμβάνεις αποκλειστική ενημέρωση για τα πιο σημαντικά νέα, δώρα και διαγωνισμούς των websites που εκμεταλλεύεται εμπορικά η DPG DIGITAL MEDIA.