Λιονέλ Μέσι: Ο άνθρωπος πίσω από τον κορυφαίο ποδοσφαιριστή στον κόσμο (photos+videos)

Συντάκτης: Onsports Team Δημοσίευση: Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012 15.17

Η τρίτη συνεχόμενη βράβευσή του με την «Χρυσή Μπάλα» δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης για το ποιος είναι ο καλύτερος στον κόσμο σήμερα. Όμως ο Λίο Μέσι δεν έφθασε ως εκεί μόνο χάρη στις ντρίμπλες του. Η προσωπικότητά του και η στήριξη από την οικογένειά του είναι εξίσου μοναδικές.

Από τον Παναγιώτη Χριστόπουλο

«Σας διαβεβαιώ, θα πάρει την Χρυσή Μπάλα και θα παραμείνει ο καλύτερος. Έχω δει ελάχιστους παίκτες με τον δικό του χαρακτήρα». Τάδε έφη Πεπ Γκουαρντιόλα το 2009. Ο Λιονέλ Μέσι βραβεύθηκε όντως με τη Χρυσή Μπάλα εκείνη τη χρονιά. Και την επόμενη. Και τη μεθεπόμενη. Η χθεσινή, τρίτη συνεχόμενη βράβευσή του ως κορυφαίου παίκτη στον κόσμο για τη χρονιά που πέρασε, σήμανε την ισοφάριση του ρεκόρ του Μισέλ Πλατινί (από 3, αλλά όχι συνεχόμενες, Χρυσές Μπάλες έχουν και οι Κρόιφ και Φαν Μπάστεν). Αλλά τίποτε απ’ όλα αυτά δεν αλλάζει τον χαρακτήρα του. Ο Λιονέλ Μέσι παραμένει ο ίδιος: πράος, μειλίχιος, φιλικός, συγκεντρωμένος, κάπως συνεσταλμένος, σίγουρα όμως αποφασιστικός. Δεν είναι τυχαίο ότι ποτέ κανείς, είτε πρόκειται για συμπαίκτη, είτε για αντίπαλο, είτε για προπονητή δικό του ή άλλης ομάδας, δεν έχει πει κακή κουβέντα γι’ αυτόν.

Με μια μόνο εξαίρεση: Λίγο πριν τους Ολυμπιακούς του Πεκίνου, το 2008, ο Ντιέγκο Μαραντόνα τον κατηγόρησε ότι του λείπει η προσωπικότητα και ότι θα πρέπει επιτέλους να μεγαλώσει. Ο Ντιέγκο είχε βιαστεί, όμως, για μία ακόμη φορά. Μίλησε σκληρά για τον Λίο Μέσι, όταν φάνηκε κάποια στιγμή πως η Μπαρτσελόνα δεν θα τον άφηνε να ταξιδέψει με την Εθνική Αργεντινής στο Πεκίνο. Τού φόρτωσε την απροθυμία να τα βάλει με τους παράγοντες του συλλόγου του, την αναποφασιστικότητα να απαιτήσει αυτό που ο ίδιος ο Μέσι σε δηλώσεις του έλεγε ότι ποθούσε πολύ: ένα χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο. Αλλά είπαμε, ο Ντιέγκο είχε βιαστεί –όχι και πολύ πρωτότυπο- να μιλήσει. Λίγες μέρες μετά ο Μέσι έπειθε τον καινούργιο, τότε, προπονητή του, τον Πεπ Γκουαρντιόλα να τον αφήσει να πάει στο Πεκίνο, όπου και θα οδηγούσε την Εθνική Αργεντινής σε ένα μεγαλειώδες τουρνουά και, τελικά, στην κατάκτηση της πρώτης θέσης. Ο Μαραντόνα έκτοτε έχει μόνο τα καλύτερα να πει για τον Μέσι (φυσικά και την φράση «είναι ο διάδοχός μου», αλλά η αλήθεια είναι ότι έχει κάνει κατάχρηση στο να χρίζει «επόμενους Μαραντόνα»), ενώ ο Γκουαρντιόλα είναι ένας από τους πιο καλούς του φίλους. Η σχέση των δύο ανδρών αποδεικνύεται ένας ακόμη κρίκος στην αλυσίδα ευτυχών συγκυριών που έχει γεννήσει την Μπαρτσελόνα της εποχής μας, την πιο εντυπωσιακή ποδοσφαιρική ομάδα όλων των εποχών.

Η προσωπική του ζωή

Ο Μέσι είναι πια σχεδόν 25 ετών, αλλά αν αναλογισθεί κανείς ότι παίζει ποδόσφαιρο στην πρώτη ομάδα της Μπαρτσελόνα από τα 17 του, θα καταλάβει ότι είναι πολύ πιο ώριμος απ’ όσο λέει η ηλικία του. Είναι τόσο ώριμος, που κάθε χρόνο γίνεται και καλύτερος, συνεπής στις προβλέψεις ουκ ολίγων θρύλων του ποδοσφαίρου ότι το πεπρωμένο του είναι να γίνει ανώτερος ακόμη και των Μαραντόνα και Πελέ. Κι αυτό, στο σύγχρονο ποδόσφαιρο των εξαντλητικών αγώνων, του τεράστιου ανταγωνισμού και της συνεχούς «παραγωγής» νέων ταλέντων, του lifestyle που αγκαλιάζει πια κάθε πτυχή του σπορ, είναι από μόνο του ένας άθλος. Πόσοι και πόσοι «επόμενοι μεγαλύτεροι παίκτες του κόσμου» δεν έμειναν στάσιμοι, ο καθένας για τους δικούς του λόγους; Ο Ροναλντίνιο δεν μπόρεσε να κρατήσει την διασκέδαση μακριά από την αγωνιστική του ζωή, ο Κακά δεν καταφέρνει να διατηρεί μια διάρκεια στην φόρμα του, ο Τόρες τραυματίζεται κάθε τρεις και λίγο.

Για τον Μέσι, όμως, το ποδόσφαιρο είναι τα πάντα. Η προσωπική του ζωή έπεται. Και οι όποιες του δραστηριότητες συγχρονίζονται απόλυτα με το προπονητικό και αγωνιστικό του πρόγραμμα. Διατηρεί τόσο χαμηλό προφίλ, που –μολονότι είναι αυτό που λέμε “media darling”- κανένας δεν γνώριζε για την γυναίκα της ζωής του, μέχρι που το ανακοίνωσε ο ίδιος. Και είναι τόσο συγκεντρωμένος σ’ αυτό που κάνει, που ακόμη και η «γυναίκα της ζωής του» καταλαμβάνει ελάχιστο χρόνο σ’ αυτήν, ζώντας σε μιαν άλλην ήπειρο. Η 24χρονη Αντονέλα Ροκούτσο είναι μια παιδική του φίλη (ή, καλύτερα, είναι η ξαδέλφη του κολλητού του απ’ τα παιδικά του χρόνια, του Λούκας) και τη σχέση τους την έκανε γνωστή ο ίδιος, το 2009. Σπουδάζει διατροφολογία στην Αργεντινή και ταξιδεύει στην Βαρκελώνη όποτε το δικό της πρόγραμμα και το πρόγραμμα του Λιονέλ το επιτρέπουν. «Την έβλεπα να μεγαλώνει, όπως κι εκείνη με έβλεπε να μεγαλώνω. Οι οικογένειές μας γνωρίζουν καλά η μία την άλλη. Δεν είχα ποτέ αμφιβολία», έχει δηλώσει ο Μέσι για την στιγμή που κατάλαβε ότι ήταν ερωτευμένος.

Και αυτό το τελευταίο, το κομμάτι της οικογένειας, είναι περισσότερο σημαντικό απ’ όσο μπορεί να φαντάζει μέσα σ’ αυτήν την φράση. Έτσι όπως πέρασε τα παιδικά του χρόνια ο Λίο Μέσι, στο Ροζάριο, κι έτσι όπως εξελίχθηκε η ζωή του με την «μετανάστευση» από τα έντεκά του στην Βαρκελώνη, οι δεσμοί με την οικογένειά του, την πόλη του και ο,τιδήποτε συνδέεται μ’ αυτά είναι ιδιαίτεροι. Ήταν επόμενο η Αντονέλα να μιλήσει πολύ περισσότερο στην καρδιά του απ’ ότι τα μοντέλα Λουσιάνα Σαλαζάρ και Μακαρένα Λέμος με τις οποίες είχε κάνει σύντομες σχέσεις πιο μικρός. Όχι, ο Μέσι δεν θα υποπέσει στο κλισέ «γνωστός ποδοσφαιριστής παντρεύεται γνωστό μοντέλο»...

Τα παιδικά του χρόνια

Γιατί όμως τα παιδικά βιώματα του Λιονέλ Μέσι έχουν παίξει τόσο μεγάλο ρόλο στην συγκρότηση του χαρακτήρα του; Θα θυμάστε όμως εκείνο το τηλεοπτικό σποτ στο οποίο μιλούσε για ένα πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε μικρός: «Είχα πρόβλημα με την αυξητική ορμόνη μου και έπρεπε να ξεκινήσω θεραπεία για να μεγαλώσω κανονικά. Χρειάστηκε να μου κάνουν ενέσεις στα πόδια. Το ένα βράδυ στο ένα πόδι, το άλλο βράδυ στο άλλο πόδι, κάθε μέρα της εβδομάδας. Έπρεπε να υποβάλλομαι σε αυτή τη διαδικασία για τρία συνεχόμενα χρόνια. Ήμουν τόσο μικρός ώστε στα έντεκά μου, είχα το ύψος παιδιών οκτώ ή εννέα ετών. Αυτό ήταν εμφανές, τόσο στο γήπεδο, όσο και στην καθημερινότητά μου με τους φίλους μου. Ήμουν πάντα ο κοντύτερος και με διαφορά. Πάντα έτσι θυμάμαι τον εαυτό μου. Και μόνο όταν ολοκληρώθηκε η θεραπεία άρχισα να μεγαλώνω κανονικά». Η θεραπεία αυτή ήταν που άλλαξε για πάντα την ζωή του. Μόνο που το 1998, όταν την χρειάσθηκε, όλα έδειχναν ότι θα ήταν αδύνατον να τη λάβει και θα έμενε για πάντα σχεδόν νάνος.

Ο πατέρας του, εργάτης σε εργοστάσιο και ερασιτέχνης προπονητής ποδοσφαίρου, και η μητέρα του, καθαρίστρια, δυσκολεύονταν καλά καλά να μεγαλώσουν τον Λίο και τα τρία του αδέλφια. Τα περίπου 900 ευρώ το μήνα που κόστιζαν οι ενέσεις αυξητικής ορμόνης που χρειαζόταν ο Μέσι ήταν μια τεράστια πολυτέλεια. Είχαν, βέβαια, μια ελπίδα. Καθώς ο μικρός είχε δείξει ήδη δείγματα του τεράστιου ταλέντου του, αρχικά στην τοπική ομάδα του Ροζάριο, Γκραντόλι, υπό την προπονητική καθοδήγηση του μπαμπά, και στη συνέχεια στα «τσικό» των Νιούελς Ολντ Μπόις, η Ρίβερ Πλέιτ είχε δείξει κάποιο ενδιαφέρον για την απόκτησή του και η οικογένεια Μέσι φανταζόταν ότι η μεγάλη αργεντίνικη ομάδα θα αναλάμβανε την θεραπεία του. Οι Αργεντινοί αργούσαν να πάρουν την απόφαση και ως από μηχανής θεός εμφανίστηκε ο Κάρλες Ρέξα, ο αγωνιστικός διευθυντής της Μπαρτσελόνα, που είχε μάθει γι’ αυτόν και θεώρησε πως το κόστος για την θεραπεία του ήταν ένα μικρό ρίσκο μπροστά στα όσα ίσως απέδιδε αγωνιστικά στο μέλλον. Μόνο που δεν θα τον άφηνε στο Ροζάριο. Τον ήθελε στην Βαρκελώνη, να μεγαλώσει μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά της ακαδημίας της ομάδας.

Η οικογένειά του δεν δίστασε ούτε λεπτό. Μετανάστευσαν στην Καταλωνία και ο πατέρας του, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του, ανέλαβαν την διαχείριση του brand name Μέσι, όταν πια ο μικρός άρχισε να κάνει τα θαύματά του. Η θυσία αυτή των Μέσι τους ένωσε όσο περισσότερο μπορεί να δεθεί μια οικογένεια και τόνωσε στο έπακρο τα αισθήματά τους για την πατρίδα που άφηναν πίσω. Πάνω απ’ όλα, όμως, σήμανε ότι ο Λιονέλ θα μεγάλωνε σαν ένα κανονικό παιδί, όχι σαν κάποιο «κακομαθημένο αστέρι». Ο Μέσι δεν έχει ντραπεί να δηλώσει για τον πατέρα του: «Φυσικά και με μαλώνει ακόμη. Παιδί παραμένω. Το παιδί του».

Η θεραπεία αυξητικής ορμόνης απέδωσε τα αναμενόμενα, αφού μέσα σε δυο χρόνια ο Μέσι από 1,45 έφτασε το 1,69 σε ύψος. Ίσως απέδωσε και κάτι παραπάνω: Η αυξητική ορμόνη, όταν δεν χορηγείται για λόγους υγείας, όπως στην περίπτωσή του, είναι μια απαγορευμένη ουσία για τους αθλητές, αφού μεγαλώνει τους μυς τους. Μέσα στην ατυχία του, ο Λιονέλ Μέσι ήταν τυχερός να λάβει νόμιμα την ουσία που θα τον προστάτευε όσο τίποτε άλλο από αγωνιστικούς τραυματισμούς στη συνέχεια. Την 16η Οκτωβρίου του 2004, σε ηλικία 17 ετών, έπαιζε τον πρώτο του αγώνα για την Μπαρτσελόνα. Τον Μάιο του 2005 έβαζε το πρώτο του γκολ. Και τον Αύγουστο του 2005 ντεμπούταρε στην Εθνική Αργεντινής. Μπήκε αλλαγή στο 63ο λεπτό και βγήκε... με κόκκινη στο 65ο, όταν ο Μάρκους Μερκ τον είδε να κουτουλάει τον Ούγγρο αντίπαλό που του τραβούσε τη φανέλα. Ο αμείλικτος κόσμος του ποδοσφαίρου είχε σπεύσει τότε να χλευάσει «το κακομαθημένο κωλόπαιδο». Αλλά κι αυτοί, όπως ο Μαραντόνα τρία χρόνια αργότερα, είχαν βιαστεί να μιλήσουν. Το λάθος του Μέσι, τού πρόσθεσε κι άλλο μέταλλο στην καρδιά. Τον συγκλόνισε, αλλά δεν τον συνέτριψε. Έκτοτε, είναι ένας από τους πιο ήρεμους παίκτες μέσα στον αγωνιστικό χώρο, δεν δίνει ποτέ δικαιώματα και ό,τι έχει να το πει, το λέει μέσα από ντρίμπλες και σουτ. Κι όσοι τον είχαν κοροϊδέψει τότε, τώρα πια δεν το θυμούνται καν. Ή το καλύπτουν τεχνηέντως με ύμνους και αποθεώσεις.

Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στις κυριότερες ειδήσεις της ημέρας και μέσα από τη σελίδα σας στο Facebook, κάντε στη σελίδα του Onsports.gr.

Το παρόν διαδικτυακό μέσο ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

Το σχόλιο σου

Copyright © 2010 - 2016 OnSports | Όροι Χρήσης | Επικοινωνία
Monetized by DPG DIGITAL MEDIA
Βάλε το e-mail σου και κάνε click για να λαμβάνεις αποκλειστική ενημέρωση για τα πιο σημαντικά νέα, δώρα και διαγωνισμούς των websites που εκμεταλλεύεται εμπορικά η DPG DIGITAL MEDIA.