facelook

Γιώργος Κούδας, της ζωής του το παιχνίδι…(photos+videos)

Συντάκτης: Βαγγέλης Καρακώστας Δημοσίευση: Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011 11.05

«Πότε Βούδας… Πότε Κούδας…». Οι συμβολικοί στίχοι του Μανώλη Ρασούλη δεν καπλαντίζουν απλά μία ποιητική ομοιοκαταληξία εξυπηρετώντας παράλληλα την αδεία της έκφρασης, αλλά μέσα τους αντικατοπτρίζουν τα μύχια ενός αναντίρρητα μεγάλου…

Ενός ποδοσφαιρικά πεφωτισμένου που πασπαλίστηκε με αστρόσκονη και δεν δίστασε να την τινάξει από πάνω του σηκώνοντας το λάβαρο της επανάστασης ενός ολόκληρου λαού, ο τράχηλος του οποίου ήταν αδύνατο να υπομείνει τον αθηναϊκό ζυγό. Βγαλμένος από τα σπλάχνα της Μακεδονίας, μιας περιοχής που το φλέγμα των κατοίκων, τους κάνει φύσει επαναστάτες, ο Γιώργος Κούδας άναψε, με την εκτυφλωτική του λάμψη, τη θρυαλλίδα της επανάστασης του ΠΑΟΚ εναντίον του ΠΟΚ και του ελληνικού ποδοσφαίρου, σε μια εποχή γεμάτη από αστέρια. Αυτός ίσως ήταν και ο λόγος που κέρδισε το παρατσούκλι «Μεγαλέξανδρος», μόνο που δεν δάμασε ένα ατίθασο και άγριο άλογο όπως ο Βουκεφάλας, αλλά σαγήνευσε τη στρογγυλή θεά. Ένας αυθεντικός γητευτής της μπάλας μιας αλλοτινής εποχής που έθρεψε όνειρα και αναμόχλευσε πάθη…

Αναπολώντας τα…

Στα δεκάξι του χρόνια, ο Μέγας Αλέξανδρος κατάφερνε να αρπάξει τον χαλινό της μάχης στη Χαιρώνεια μπροστά στα συγκινημένα μάτια του πατέρα του… Στα δεκαέξι του, ο Γιώργος Κούδας είχε ξεκινήσει ήδη την δική του εκστρατεία προς την απόλυτη καταξίωση, κάμπτοντας τις αντιρρήσεις του πατέρα του, που προσπαθούσε μάταια να του αποβάλλει το μικρόβιο.

«Από το ποδόσφαιρο κανείς δεν είδε χαΐρι» συνήθιζε να του υπενθυμίζει, αλλά το μυαλό του μικρού Γιώργου ταξίδευε απερίσπαστο στην πλατεία της Παλιάς Λαχαναγοράς, η οποία ήταν η πρώτη που φιλοξένησε το πηγαίο ταλέντο του. Λίγα μάλιστα μόλις χρόνια αφού είχε δει το πρώτο φως της ημέρας στις 23 Νοεμβρίου του 1946… Το λυκαυγές της ζωής του δευτερότοκου γιου του σερβιτόρου Γιάννη και της Ελευθερίας, σημαδεύτηκε από το ζεστό φτωχικό πίσω από το δημοτικό νοσοκομείο, στον Άγιο Παύλο. Ο Γρηγόρης Κοντογιάννης όπως ήταν το πραγματικό του όνομα είχε υιοθετηθεί από τον Κούδα που είχε τον «Κόκκινο Φούρνο στο Κουλέ Καφέ, πριν περάσουν 50 ολόκληρα χρόνια και ξανασμίξει με τα αδέρφια του. Τότε ο Κούδας είχε μετακομίσει ήδη στην οδό Φιλίππου και τα νυχτερινά ματς στο αυτοσχέδιο γήπεδο που είχαν ορίσει τα μάρμαρα της πλατείας Διοικητηρίου παρέμεναν ζωντανά στη θύμησή του κάθε που μελαγχολούσε αναπολώντας τα…

Καπάντζα!

«Κάποια μέρα, λοιπόν, στην πλατεία της Παλιάς Λαχαναγοράς με είδε ο κυρ Πρόδρομος, ένας Πόντιος που δεν ζει πια, και με πήγε στον ΠΑΟΚ, στο γήπεδο της Τούμπας που τότε θεμελιωνόταν. Την πρώτη φορά ο Σέφσκι δεν με διάλεξε. Εγώ στενοχωρήθηκα. Ξέρετε, για να πας έπρεπε να πληρώσεις το εισιτήριο του λεωφορείου, περίπου 70 λεπτά… Την άλλη μέρα ο κυρ Πρόδρομος με ξαναπήγε στην Τούμπα. Η προπόνηση γινόταν σ’ ένα χώρο δίπλα στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας. Θυμάμαι ότι εκείνη την ημέρα φορούσα ένα παπούτσι ελβιέλα αρκετά μεγαλύτερο από το νούμερό μου - είχα και μικρό πόδι! Ο Σέφσκι με επέλεξε. Μετά την επιλογή μας έκανε δύο ομάδες και παίξαμε δίτερμα. Ύστερα ήρθε ο φωτογράφος, έστησε τον τρίποδα, έβγαλε φωτογραφία και ο συγχωρεμένος Βασίλης Σιδηρόπουλος που ήταν το κουμάντο στα γραφεία του ΠΑΟΚ, μου λέει: «Σπάσε μια υπογραφούλα». Εγώ βάζω την υπογραφή και μου λέει «καπάντζα!», που σήμαινε παγίδα. Έτσι πιάστηκε ο Κούδας στην φάκα του ΠΑΟΚ», θα εξιστορήσει ο ίδιος και στα 12 θα γίνει μέλος της μεγαλύτερης οικογένειας του Βορρά…

Το όνειρο που είχε χαράξει η τροχιά της μπάλας και ακολουθούσε σε κάθε του βραδινή κατάδυση είχε μόλις διαβεί δειλά δειλά τις πύλες της πραγματικότητας…

Ένα χρόνο μετά θα εγκαινιαζόταν το γήπεδο της Τούμπας από τον τότε πρωθυπουργό Καραμανλή («Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην Τούμπα» έλεγε η χαρακτηριστική διαφήμιση των ζαχαροπλαστείων Φλόκα που είχαν αναλάβει το κυλικείο του γηπέδου) και το 1963, ενώ δεν έχει κλείσει καν τα 18 του χρόνια, ο Κούδας έπαιζε πια στην Α΄ Εθνική κατηγορία (το ντεμπούτο του έγινε στις 17 Δεκεμβρίου του 1963, ημέρα Σάββατο, στο γήπεδο της Λ. Αλεξάνδρας κόντρα στον Εθνικό - λόγω ανακατασκευής του αγωνιστικού χώρου του σταδίου Καραϊσκάκη – υπό τις οδηγίες του Ούγγρου Γκιοργκ Μπάμπολτσαϊ).

Μια Ελλάδα στα δύο!

Αν οι επαναστάσεις είναι τρελές εμπνεύσεις της ιστορίας, αυτή του Κούδα ήταν η συνέχεια και η αποθέωσή της και αν ο Μέγας Αλέξανδρος με το ξίφος του άλλαξε την μορφή του κόσμου, ο Κούδας μέσω του ποδοσφαίρου χώρισε μια Ελλάδα στα δύο και το σχίσμα Βορρά – Νότου που προκάλεσε ο σεισμός από την αυτομόλησή του στον Ολυμπιακό, θα άντεχε πεισματικά στο πέρας των χρόνων…

Παρά τις προτροπές του πατέρα του, για μία ακόμα φορά, ο Κούδας μην αντέχοντας να τον βλέπει να ταλαιπωρείται τόσο, προκειμένου να τα βγάλει πέρα με τρία παιδιά, δούλευε από μικρός, ώστε να συνεισφέρει στο οικογενειακό εισόδημα («Μικρός έπαιζα μπάλα, δούλευα και πήγαινα νυχτερινό σχολείο. Μου ‘λεγε ο πατέρας μου ‘‘τρία καρπούζια σε δυο μασχάλες δεν χωράνε’’», θα αποκαλύψει ο ίδιος). «Συνήθεια» που δεν άφησε ακόμα και όταν φορούσε την ασπρόμαυρη φανέλα και μέχρι το 1966 δούλευε έτσι στο ξενοδοχείο Νεφέλη. Αυτός ήταν και ο λόγος που η διοίκηση του ΠΑΟΚ είχε αποφασίσει να βοηθήσει την οικογένειά του ανοίγοντας ένα ουζερί στον πατέρα του. Μετά από κάποιους μήνες, ωστόσο, άφησε ανεξόφλητα κάποια γραμμάτια με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα χρέος 150.000 δραχμών που επιβάρυνε τον νεαρό ποδοσφαιριστή. Ένα χρέος που έμελε να φέρει και την προσωρινή ρήξη με τον «Δικέφαλο», αφού την ίδια ώρα ο Ολυμπιακός του έταζε έναν παχυλό μισθό και νέο ουζερί για τον πατέρα του!

Στις 14 Ιουλίου, η είδηση της καθόδου του Κούδα στον Πειραιά ερχόταν να ταράξει τους ήρεμους ρυθμούς ζωής της Θεσσαλονίκης που παραμιλούσε ήδη με τις παραστάσεις του Κούδα εντός τεσσάρων γραμμών του γηπέδου.

«Εγώ και η οικογένειά μου υπομείναμε πολλά και φτάσαμε σε σημείο να στερηθούμε ακόμη και την τροφή. Τα υπομείναμε γιατί αγαπούσαμε και εξακολουθούμε να αγαπούμε τον ΠΑΟΚ. Για μένα και την οικογένειά μου είναι η δεύτερη θρησκεία. Πέραν όμως, από όλα αυτά, δεν ανέχομαι από κανέναν να αποκαλεί εμένα και την οικογένειά μου εκβιαστές... Το σωματείον «Ολυμπιακός» εις το οποίο μόνος μου ζήτησα να πάω, έχει τόσο στενές φιλικές σχέσεις με τον αγαπημένο μου ΠΑΟΚ, ώστε να παρέχει εγγυήσεις ότι θα με προσέξει... Γνωρίζετε, άλλωστε, ότι για τη μεταγραφή μου εγώ δεν αξίωσα τίποτα από το νέο μου σωματείο τον Ολυμπιακό», δηλώνει μεταξύ άλλων ο Κούδας σε επιστολή που στέλνει στις εφημερίδες της Θεσσαλονίκη, ενώ ο ΠΑΟΚ σε κάθε ευκαιρία θα καθιστά σαφές πως ο ποδοσφαιριστής δεν παραχωρείται με κανένα τίμημα (ελλείψει επαγγελματικών συμβολαίων εκείνη την εποχή ένας ποδοσφαιριστής έπαιρνε μεταγραφή μόνο με τη συγκατάθεση της ομάδας του) παρά τις 300.000 δραχμές που προσφέρουν οι «ερυθρόλευκοι» και τους Αυγητίδη, Πλέσσα, Ν. Σιδέρη, Κυπριανίδη και Νεοφώτιστο (λέγεται και πως ο Παναθηναϊκός προσπάθησε να μπει «σφήνα» δίνοντας 1.000.000 δραχμές και τους Λουκανίδη, Βουτσαρά, Παπαεμμανουήλ και Παπουλίδη).

Την 1η Αυγούστου μάλιστα, όταν και έληγε η περίοδος των μεταγραφών, πλήθος κόσμου είχε μαζευτεί έξω από τα γραφεία του ΠΑΟΚ στέλνοντας το δικό του μήνυμα το οποίο και δεν παράκουσαν οι διοικούντες. Παρόλα αυτά, τρεις μέρες αργότερα ο Κούδας όχι μόνο συμμετείχε στην πρώτη προπόνηση του Ολυμπιακού, αλλά γνώριζε την αποθέωση από 5.000 φίλους του.

Στις 17 Αυγούστου του 1966 ο «Μεγαλέξανδρος» θα φορέσει για πρώτη φορά τη φανέλα με τον δαφνοστεφανωμένο έφηβο στο στήθος στο φιλικό με τον Αργοναύτη (μπαίνοντας στο γήπεδο ως αλλαγή στο 26΄ στη θέση του Μποτίνου), ενώ δύο ημέρες αργότερα θα σκοράρει ένα από τα δέκα τέρματα των Πειραιωτών κόντρα στο Χαϊδάρι. Αφού αγωνιστεί και με τον Πανελευσινιακό, θα πραγματοποιήσει την τελευταία του εμφάνιση με τα «ερυθρόλευκα»  κόντρα στον Ολυμπιακό Χαλκίδας πριν τιμωρηθεί με αποκλεισμό 15 ημερών από την ΕΣΑΠ (έπειτα από απαίτηση του ΠΑΟΚ) και υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία στο λιμενικό σώμα.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, το μίσος των οπαδών του ΠΑΟΚ προς τον Ολυμπιακό θα γιγάντωνε κάνοντας τη ζωή του δύσκολη κάθε που επισκεπτόταν τη Θεσσαλονίκη, όπου θα δοκίμαζε την οργή για την προσπάθεια αρπαγής του Κούδα, ενώ προκειμένου να αποδοκιμάσουν τον τελευταίο θα έδιναν το «παρών» ακόμα και σε αγώνες της Εθνικής Ενόπλων!

Ο ρόλος της χούντας

Ο αστικός μύθος (;) θέλει τους ιθύνοντες του ΠΑΟΚ και συγκεκριμένα τον Γιώργο Παντελάκη να παραβλέπει ακόμα και τις απειλές περί εξορίας του γενικού γραμματέα Αθλητισμού, Κωνσταντίνου Ασλανίδη επί δικτατορίας πια (1967), προκειμένου να συναινέσει στη μεταγραφή, απαντώντας χαρακτηριστικά: «Επανάσταση κάνατε, βγάλτε μια διαταγή και πάρτε τον. Εγώ δεν υπογράφω».

Ο ίδιος ο Κούδας, ωστόσο, θα διαψεύσει κατηγορηματικά οποιαδήποτε ανάμιξη της χούντας στη μεταγραφή του.

«Όχι, όχι. Για πολλά μπορούμε να κατηγορήσουμε τη Χούντα, αλλά μόνος μου πήγα και μόνος μου γύρισα. Κι επειδή προέρχομαι από μια οικογένεια λαϊκή, φτωχή και αριστερή, μπορώ να σας βεβαιώσω ότι παντού υπάρχουν οι σωστοί άνθρωποι. Ένας τέτοιος υπήρξε κάποιος ονόματι Παπαποστόλου, άνθρωπος της Χούντας που ήταν κυβερνητικός εκπρόσωπος στον Ολυμπιακό, ο οποίος γύρισε και μου είπε κάποια στιγμή: «Δεν πρόκειται να παίξεις στον Ολυμπιακό ενώ ανήκεις στον ΠΑΟΚ. Δεν μπορεί να γίνει πραξικόπημα. Φύγε και πάνε στον ΠΑΟΚ γιατί εγώ θέλω να σε βλέπω να παίζεις μπάλα», θα αποκαλύψει αργότερα, ξεκαθαρίζοντας για τα δημοσιεύματα της εποχής που τον ήθελαν να δηλώνει για αυτόν και την οικογένειά του: «Είμαστε Ολυμπιακοί και θα πεθάνουμε Ολυμπιακοί»: Πώς μπορεί να είσαι Ολυμπιακός ενώ έχεις γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη κι έχεις πάει 11,5 χρονών στον ΠΑΟΚ; Μπορεί να θαυμάζεις κάτι, όπως την ομάδα που διέθετε τότε ο Ολυμπιακός, αλλά δεν μπορείς να είσαι Ολυμπιακός. Αυτά είναι παιχνίδια των δημοσιογράφων και της τότε κατάστασης…».

Σαν να μην πέρασε μια μέρα…

Η επιστροφή του Κούδα στον ΠΑΟΚ ήταν πλέον μονόδρομος για όλους, με τον Ασλανίδη να δηλώνει σε μια περιοδεία του στην Χαλκιδική πως αν ο ποδοσφαιριστής δεν επέστρεφε στον ΠΑΟΚ θα αποκλειόταν από όλες τις Εθνικές ομάδες, ενώ ήταν υποχρεωμένος να χάσει άλλη μία χρονιά πριν αποκτήσει το δικαίωμα να αγωνιστεί με τον Ολυμπιακό. Η μοίρα δεν θα μπορούσε να τους χωρίσει τόσο άδοξα στερώντας από τον 55χρονο πλέον Κούδα τη χαρά κάθε που αναφέρεται στον ΠΑΟΚ παραδομένος σε ρίγη συγκίνησης…

Την 1η Αυγούστου του 1968, ο Γιώργος Κούδας περνά το κατώφλι των γραφείων του ΠΑΟΚ επί της οδού Μελά και ο δρόμος κλείνει από τους φίλους του ΠΑΟΚ που έσπευσαν να τον υποδεχθούν.

«Επιστρέφω στον ΠΑΟΚ επειδή ήθελα και επειδή έπρεπε. Δεν ζητώ τίποτα», θα δηλώσει ο ίδιος και στην πρώτη του προπόνηση θα γνωρίσει την αποθέωση από 12.000 οπαδούς του «Δικέφαλου», ενώ στις 18 του ίδιου μήνα θα ξαναφορά την «ασπρόμαυρη» φανέλα κόντρα στην Καβάλα… Όλα μοιάζουν σαν να μην πέρασε μια μέρα…

Λίγους μήνες αργότερα θα παντρευτεί στη Μητρόπολη την αγαπημένη του Μαρία Μπόνου ή Μπονέ, όπως ήταν το καλλιτεχνικό της ως τραγουδίστρια, με κουμπάρο τον Γιώργο Παντελάκη (θα χωρίσουν ωστόσο το 1976), παραδεχόμενος ότι συναντήθηκε με τον πατέρα του μετά από 16 ολόκληρα χρόνια…

«Μεγαλέξανδρος»!

Η μεταγραφή στον Ολυμπιακό που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε αποτέλεσε και την… Αγία Λαύρα για την επανάσταση που ακολούθησε στα επόμενα 16 χρόνια…

«Μπορεί ο Γιώργος Κούδας να μην ήταν ο Κένεντι ή ο Κάστρο που άλλαξαν την παγκόσμια ιστορία, αλλά σίγουρα κατάφερε να αλλάξει το ελληνικό ποδοσφαιρικό γίγνεσθαι εκείνης της εποχής», θα πει ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής του ΠΑΟΚ, Κούλης Αποστολίδης, για να συμπληρώσει ο ίδιος:  «Ο στόχος τέθηκε μετά την περιπέτεια του ’66, ύστερα από ενάμιση χρόνο έξω από την ενεργό δράση. Όταν ξαναγύρισα στον ΠΑΟΚ είπα ότι είναι ώρα να αλλάξουμε την ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Μπορούμε να τα καταφέρουμε, παρά την κυριαρχία του ΠΟΚ και τις άδικες διαιτησίες. όταν δημιουργούσαμε την καινούρια ομάδα, μέχρι το ’68-’69, ψάχναμε να βρούμε δικαιολογίες για τις ήττες μας. Όταν κάποια στιγμή μάζευα τους συμπαίκτες μου στα αποδυτήρια και τους έβγαζα όλους αφήνοντας μέσα μόνο τον αγαπημένο μου Νικηφόρο Τσαρπανά, τον φροντιστή μας, τους έλεγα: “Θα μας γαμ…, αλλά εμείς θα παλεύουμε μέχρι το τελευταίο λεπτό, θα παλεύουμε με τη διαιτησία, θα παλεύουμε με τους αντιπάλους που μας παίζουν σκληρά, θα παλεύαμε με το κατεστημένο. Αλλιώς δεν γίνεται”. Αν πεις μοιρολατρικά ότι “εντάξει, χάσαμε γιατί μας αδίκησαν”, δεν γίνεται. Και έβλεπες ότι είτε εντός είτε εκτός έδρας παίζαμε, είχαμε αυτήν τη νοοτροπία και κατορθώσαμε το θαύμα!».

Πώς όχι όταν ο Γιώργος Κούδας όχι μόνο έγινε σύμβολο της αθλητικής επανάστασης της Βορείου Ελλάδας, αλλά… έγραψε με χρυσά γράμματα τις πιο ένδοξες σελίδες στην ιστορία του ΠΑΟΚ, σηκώνοντας ως αρχηγός δύο Κύπελλα Ελλάδας (1972, 1974) και οδηγώντας τον σύλλογο στην κατάκτηση του πρώτου του πρωταθλήματος (1976).

«Το 1970 φέραμε με τον Άρη τον πρώτο τελικό στο Καυταντζόγλειο, ο ΠΑΟΚ έγινε πρώτη ομάδα μέχρι το 1978, πήραμε κύπελλα και πρωταθλήματα, ο Ηρακλής και ο Άρης πήραν κύπελλο αλλά το σημαντικότερο ήταν ότι η περιφέρεια έβγαλε ομάδες: την Καστοριά, τα Γιάννενα, τη Δόξα Δράμας, τον Πανσερραϊκό, την Καβάλα, τη Βέροια, τον Πιερικό. Αυτό ήταν για μένα η αληθινή επανάσταση», θα υποστηρίξει ο «Μεγαλέξανδρος».

Ρέκορντμαν… κατά λάθος!

Παράλληλα, στις 20 Σεπτεμβρίου του 1995 και ενώ έχει κρεμάσει τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια έντεκα ολόκληρα χρόνια νωρίτερα, θα γίνει ο γηραιότερος ποδοσφαιριστής που φόρεσε τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδας (μία από τις 43 συνολικά, ενώ ήταν μέλος της «γαλανόλευκης» αποστολής που πήρε για πρώτη φορά μέρος στα τελικά μεγάλης διοργάνωσης, αυτής του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος του 1980 στην Ιταλία)! Πώς; Κατά λάθος!

Τα αποκαλυπτήρια της μπρούτζινης προτομής του (την οποία βεβήλωσαν αργότερα οπαδοί του Ολυμπιακού) έξω από το γήπεδο της Τούμπας, θα συνδυαστούν με φιλική αναμέτρηση προς τιμήν του, όχι κόντρα στον ΠΑΟΚ ή σε ομάδα επίλεκτων όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά κόντρα στην κανονική εθνική Γιουγκοσλαβίας! Η ΕΠΟ για μία ακόμα φορά είχε δείξει… υπερβάλλοντα ζήλο διοργανώνοντας επίσημο φιλικό με ξένο διαιτητή, ο οποίος συνέταξε κανονικά φύλλο αγώνα το οποίο και εστάλη στη FIFA! Η συμβολική έτσι συμμετοχή του Κούδα στα 19 πρώτα λεπτά της νικηφόρας μάλιστα αναμέτρησης (2-0) θα τον κάνουν κάτοχο τριών ιδιαίτερα σπάνιων ρεκόρ.  Σε ηλικία 48 ετών και 302 ημερών έγινε ο… μαθουσάλας της Εθνικής, ο πρώτος που χρίστηκε διεθνής, χωρίς να αγωνίζεται σε κάποιο σύλλογο (ο Ρεχάνγκελ βέβαια το συγκεκριμένο το έκανε συνήθεια…), ενώ δύσκολα θα υπάρξει ξανά τόσο μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ δύο διεθνών συμμετοχών του ίδιου παίκτη (για του λόγου το αληθές 13,5 ολόκληρα χρόνια, αφού με το εθνόσημο είχε αγωνιστεί τελευταία φορά στις 10 Μαρτίου του 1982 κόντρα στη Σοβιετική Ένωση)!

Γνωστές και άγνωστες πτυχές της ζωής του

Το 1972 άνοιξε μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων στη Βασιλίσσης Όλγας με τον Σαρακάκη και τους αδελφούς Κουλούρη. Διαφώνησε ωστόσο με τον συνεταίρο και συμπαίκτη του Αρίσταρχο Φουντουκίδη κι έτσι το 1975 την εγκατέλειψε ανοίγοντας μόνος του (αφού το πρότεινε και στους συμπαίκτες και αρνήθηκαν) ένα σούπερ μάρκετ το οποίο και έκλεισε το 1979.

Παράλληλα, εκείνα τα χρόνια δέχθηκε ουκ ολίγες κρούσεις να τρέξει στον… στίβο της πολιτικής με το κόμμα των Φιλελευθέρων που είχε μόλις ιδρύσει ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, στενός φίλος του τότε αντιπροέδρου του ΠΑΟΚ Γιώργο Μαμιδάκη! «Εγώ με την πολιτική ποτέ!», συνηθίζει να λέει ακόμα και σήμερα στον φίλο του Γιώργο Λιάνη που του τηλεφωνεί συχνά…

Το 1980 γνωρίζεται με τον Ρασούλη, λίγο αφού αυτός έχει εμπνευστεί το τραγούδι «Πότε Βούδας, πότε Κούδας» που με τη φωνή του Νίκου Παπάζογλου γίνεται διαχρονική επιτυχία. «Τον Ρασούλη τον γνώρισα το 1980, αφού είχε ήδη γράψει το τραγούδι. Μου λέει ‘‘εγώ είμαι ΟΦΗ αλλά πήγαινα στο γήπεδο και σε παρακολουθούσα’’. Παρακολουθούσε εμένα μες στο γήπεδο, τις εκδηλώσεις του κόσμου και του ήρθε έμπνευση», θα αποκαλύψει.

Το 1982 παντρεύεται τη δεύτερη σύζυγό του Μαρίζα Ευστρατίου και το 1986 ανοίγει τη βιοτεχνία ενδυμάτων Scherzo με τα διακριτικά «GK», την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα. «Είχαν προηγηθεί δύο χρόνια μαθητείας κοντά στον Τάκη Πανελούδη και συμβουλές από τους Θωμά Βουλινό και Στέφανο Κατέρογλου. Είναι δύσκολο να περάσεις από το πετσί στο πανί» θα υποστηρίξει ο ίδιος ξεδιπλώνοντας άλλη μία πτυχή της πολύπλευρης προσωπικότητάς του.

Τα τέσσερα ιερά γράμματα...

«… έχω καταλάβει ήδη της ζωής μου το παιχνίδι», θα συμπληρώσει ο Ρασούλης και ο Κούδας, όχι μόνο θα καταλάβει ο ίδιος το... παιχνίδι του (χρησιμοποιώντας το ως τίτλο στη βιογραφία του: «της ζωής μου το παιχνίδι»), αλλά μιλώντας τη γλώσσα της μπάλας και της καρδιάς που άπαντες κατανοούν, θα το κάνει σαφές σε όλους…

Όσο για το τι σημαίνει ΠΑΟΚ για τον ίδιο;

«Η λέξη ΠΑΟΚ. Τα τέσσερα ιερά γράμματα είναι πάνω απ' όλα. Όλα τα υπόλοιπα είναι από εκεί και κάτω. Το λέω, ξέρετε, με όλη τη συναίσθηση της ευθύνης, γιατί το έζησα αυτό»…

Κατηγορία: Face Look
Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στις κυριότερες ειδήσεις της ημέρας και μέσα από τη σελίδα σας στο Facebook, κάντε στη σελίδα του Onsports.gr.
Rating
(6 ψήφοι)

Το παρόν διαδικτυακό μέσο ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

Το σχόλιο σου

Copyright © 2010 - 2016 OnSports | Όροι Χρήσης | Επικοινωνία
Monetized by DPG DIGITAL MEDIA
Βάλε το e-mail σου και κάνε click για να λαμβάνεις αποκλειστική ενημέρωση για τα πιο σημαντικά νέα, δώρα και διαγωνισμούς των websites που εκμεταλλεύεται εμπορικά η DPG DIGITAL MEDIA.